Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ, ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ, ΓΝΩΜΙΚΑ, ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ, ΡΗΤΑ, ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ




Οι πιο γνωστές και συνηθισμένες ελληνικές παροιμίες.

ΑΓΑΠΗ & ΕΡΩΤΑΣ:
Μάτια που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται./ Ο έρως χρόνια δεν κοιτά./ Όποιος χάνει στα χαρτιά κερδίζει στην αγάπη./ Κοντακιανός λογαριασμός, παντοτινή αγάπη./ Σαν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, τύφλα να ‘χει ο πεθερός./ Αγάπη δίχως πείσματα, φαΐ δίχως νοστιμάδα.
/ Η αγάπη πύργους καταλεί και κάστρα ρίχνει κάτω./ Καινούργια αγάπη πιάνεται, παλιά δε λησμονιέται./ Μήτε νύχτα δίχως μέρα, μήτε νιος δίχως αγάπη./ Φάσκελά της που αγαπά παντρεμένο ή παπά./ Για σένα μαυρομάτα μου έβγαλα εγώ τα μάτια μου./ Καλύτερα να είσαι η αγάπη ενός γέρου παρά η σκλάβα ενός νέου./ Αν με αγαπάει ο άνδρας μου, στην τύχη το ‘χω χάρη , αν με αγαπάει κι άλλος κανείς, το ‘χω κρυφό καμάρι./ Η αγάπη σου είναι ψεύτικη σαν τ’ Απριλιού το χιόνι, πρωί-πρωί απλώνεται, το μεσημέρι λειώνει.
ΣΕΞ:
Αλλού με τρίβεις δέσποτα κι αλλού έχω εγώ το πόνο./ Ανάρια ανάρια το φιλί, για να ‘χει νοστιμάδα./ Φάε λάδι και έλα βράδυ./ Κάνει σαν τη χήρα στο κρεβάτι./ Το πολύ το πηγαινέλα την τρελαίνει την κοπέλα./ Κάνε Γιάννο μ’ τη δουλειά σου, κι ύστερα και πάλι θεια σου./ Του φτωχού η κοιλία όταν γομούτε, η ψωλίατ’ σκούτε./ Ο κουμπάρος την κουμπάρα δυο φορές την εβδομάδα./ Εκεί που βγάζεις το ψωμί σου, μη βάζεις το καυλί σου./ Άντρα θέλω κάθε βράδυ κι ας κοιμάμαι στο σκοτάδι./ Αμαρτίες πο ‘χεις άντρα και ξυπνάς τη νύχτα πάντα./ Το κοτόπουλο και η γυναίκα τρώγονται με το χέρι./ Το συχνό σμίξιμο φέρνει και το μπήξιμο./ Μικρός στο μάτι μεγάλος στο κρεβάτι./ Ο άντρας μου είναι κερατάς κι εγώ καλή γυναίκα./ Χαρά στον άντρα το ζεστό και τη γυναίκα κρύα./ Βγήκε ο γέρος στο κλωτσάτο κι η γριά στο κοπελάτο./ Παρά να τα πάρει άλλος, κάλλιο εγώ που ‘μαι κουμπάρος./ Άλλος το ‘χει και το κατουρεί κι άλλος δεν το ‘χει και το λαχταρεί. /Άντρας ο καλύτερος τσάχειλας και μύταρος./ Αν δεν κουνήσ’ η σκύλα την ουρά της, ο σκύλος δεν πάει κοντά της. / Άλλος θέλει τον παπά, άλλος την παπαδιά κι άλλος την παπαδοπούλα. /Το κάστανο θέλει κρασί και το καρύδι μέλι κι η όμορφη θέλει φιλί, πρωί και μεσημέρι. /Να ‘μουν το Μάη γάιδαρος, τον Αύγουστο κριάρι, όλους τους μήνες κόκορας και γάτος το Γενάρη
ΓΑΜΟΣ:
Άφησε το γάμο και πάει για πουρνάρια. /Έκλασ’ η νύφη και σχόλασεν ο γάμος. /Δες μάνα και πάρε κόρη. /Πάρε σκυλί από μαντρί, γυναίκα από σόι. /Τη γυναίκα σου χτυπάς, το σπιτάκι σου χαλάς. /Εγώ καλά παντρεύτηκα κι ας κλαίει όποιος με πήρε. /Η νύφη όντας θα γεννηθεί, της πεθεράς θα μοιάσει. /Ή μικρός-μικρός παντρέψου, ή μικρός καλογερέψου. /Κάλλιο στο παλούκι, παρά σώγαμπρος. /Παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι μπαλωμένο. /Στις εννιά του μακαρίτη, άλλος μπήκε μες στο σπίτι. /Ο Θεός να σε φυλάει απ’ το άδικο και από κακιά γυναίκα./ Άμα θες σύντροφο άξο, πάρε νύφη από τη Νάξο. /Όλη η βδομάδα του γαμπρού και η Κυριακή της νύφης. /Γάμος εις τα γέρατα, ή σταυρός ή κέρατα. /Γυναίκα και καρπούζι η τύχη τα διαλέγει. /Ζαβός ζαβή παντρεύτηκε, ζαβά παιδιά θα κάνουν. /Όλα είναι του μυαλού κι η παντρειά της τύχης /Σα λείπεις απ’ το γάμο σου, άλλος γλεντά τη νύφη. /Με το ζόρι παντρειά δε γίνεται. /Αγέρας και γυναίκα δεν κλειδώνονται. /Άνθρωπος απάντρευτος είναι μισό ψαλίδι. /Κεράτωνε τον άντρα σου και μάγια μην του κάνεις. /Ανύπαντρος σαν παντρευτεί δεν πρέπει να χορεύει, μόνο σακί στον ώμο του κριθάρι να μαζεύει.
ΠΑΙΔΙΑ:
Κάνε παιδιά να δεις καλό. /Μεγαλώνει το γομάρι, κονταίνει το σαμάρι. /Γιος ο γαμπρός δε γίνεται κι η νύφη θυγατέρα. /Του παιδιού μου το παιδί, είναι δυο φορές παιδί μου. /Σ’ όποιον δε δίνει ο Θεός παιδιά, δίνει ο διάολος ανίψια. /Κάλλιο να κλάψει το παιδί παρά να κλάψει η μάνα. /Στου καλότυχου την πόρτα, θηλυκό γεννιέται πρώτα. /Μικρόν κώλο δεν έδειρες, μέγαν μη φοβερίζεις. /Έχεις παιδιά, να τα χαίρεσαι. Δεν έχεις, να χαίρεσαι. /Το αγόρι αφότου γεννηθεί, η κόρη αφού κατασταθεί.
ΦΙΛΙΑ:
Κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει. /Βρήκε ο Φίλιππος το Ναθαναήλ. /Αγάπα το φίλο σου με τα ελαττώματά του. /Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. /Ο καλός φίλος στην ανάγκη φαίνεται. /Φίλος επιζήμιος εχθρός επικαλείται. /Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι. /Δείξε μου τον φίλο σου, να σου πω ποιος είσαι. /Αν έχεις τέτοιους φίλους, τι τους θέλεις τους εχθρούς.
ΓΙΟΡΤΗ:


  



Όπου γάμος και χαρά, η Βασίλω πρώτη. /Κυριακή κοντή γιορτή. /Παρασκευή και Σάββατο, ποτέ άφεγγο δε μένει.
ΣΥΝΑΝΑΣΤΡΟΦΕΣ:
Με στραβό σαν κοιμηθείς, το πρωί θ’ αλληθωρίζεις. /Όμοιος τον όμοιο κι η κοπριά στα λάχανα. /Γι’ αυτό οι Χιώτες πάνε δυο-δυο. /Αν δε ταιριάζαμε, δεν θα συμπεθεριάζαμε. /Βρήκε ο γύφτος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του.
ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ:
Στους δύο τρίτος δε χωρεί. /Κάνεις το χωριάτη φίλο; Κράτα και κομμάτι ξύλο. /Σκόρπισαν σαν του λαγού τα παιδιά. /Στο μπόι σου βρίσκεις, στη γνώμη σου δε βρίσκεις. /Συμπεθέροι και κουμπάροι, τον πρώτο χρόνο έχουν τη χάρη. /Να ζήσει όποιος μ’ έβρισε, να σκάσει όποιος μου το ‘πε. /Το ‘να χέρι νίβει τ’ άλλο και τα δυο το πρόσωπο. /Σε ξένο φαΐ αλάτι να μη ρίχνεις. /Ψόφησε το βόδι μας, πάει η κολιγιά μας. /Του γειτόνου μας ο σκύλος, γείτονας είναι κι εκείνος. /Ας μ’ αγαπούν οι Επίσκοποι, κι ας με μισούν οι διάκοι.
ΑΠΟΡΡΙΨΗ:
Δε με θέλεις μιαν οργιά, δε σε θέλω μία τριχιά. /Μαριγούλα Μαριγώ, κι αν δε με θες, να κι εγώ! /Από κακή κολοκυθιά, ούτε κολοκυθόσπορο.
ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ:
Σώπα συ να κρίνω γω, σήκω συ να κάτσω γω. /Πάντα ξεχνά η πεθερά πως ήτονε και νύφη. /Αγέρας και γυναίκα δεν κλειδώνονται.
ΥΠΟΛΗΨΗ:
Η τιμή τιμή δεν έχει και χαρά στον που την έχει. /Κάλλιο να σου βγει το μάτι παρά το όνομα. /Τον κασίδη σαν πεθάνει, χρυσομάλλη θα τον πούνε. /Κάλλια ‘χω να με βλαστημούν, παρά να με λυπούνται.
ΛΟΓΙΑ:
Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. /Ο Μανώλης, με τα λόγια, χτίζει ανώγια και κατώγια. /Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει. /Λόγο είπα, λόγγο δεν έκαψα! /Η σιωπή είναι χρυσός. /Πρόβατο που βελάζει χάνει την χαψιά του. /Ο άμωρος λόγος κι ο κάλπικος παράς μένει στο νοικοκύρη. /Ο λόγος σου με χόρτασε και τα ψωμί σου φά’ το. /Όποιος δε μιλάει, τον θάφτουν ζωντανό. /Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μην πεις. /Τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι. /Τα βόδια τα δένουν απ’ τα κέρατα, τον άνθρωπο απ’ το λόγο του. /Ό,τι κόβει το μαχαίρι γιατρεύεται, ό,τι κόβει η γλώσσα δε γιατρεύεται.
ΑΣΥΝΕΝΝΟΗΣΙΑ:
Άλλα λέει η θεια μου κι άλλα ακούν τ’ αυτιά μου. /Εγώ μιλάω, γαϊδούρια κλάνουνε. /Τι κάνεις Γιάννη; Κουκιά σπέρνω. /Από την πόλη έρχομαι και στην κορυφή κανέλα. /Μαντζουράνα στο κατώφλι, γάιδαρος στα κεραμίδια. /Όχι Γιάννης, Γιαννάκης /Άλλα αντ’ άλλα, της Παρασκευής το γάλα. /Μαζί μιλάμε και χώρια καταλαβαίνουμε. /Εγώ το λέω στον σκύλο μου κι ο σκύλος στην ουρά του.
ΜΥΣΤΙΚΑ:
Και οι τοίχοι έχουν αυτιά. /Εμακρύναν οι ποδιές σου, σκεπαστήκαν οι πομπές σου. /Ο βήχας, ο έρωτας και το χρήμα δεν κρύβονται. /Όποιος κρύβει την αρρώστια του, πάει με δαύτη. /Όταν ανακατεύεις τα σκατά, βρομάνε. /Ο κόσμος το ‘χει τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι. /Όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος.
ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ:
Ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει. /Αμαρτία εξομολογουμένη ουκ έστι αμαρτία. /Στο χωριό μου το συγγνώμη το λένε μισοχέσι.
ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ: Άκουσε γέρου συμβουλή και παιδεμένου γνώση. /Γέρου πορδή μην ακούς, λόγο ν’ ακούς. /Γερόντων πάρε τη βουλή κι ανθρώπων μαθημένων, οπού έχουνε πολύ ψωμί κι αλάτι φαγωμένο. /Μην απελπίζεις άνθρωπο με τη δική σου γνώση, γιατί δεν ξέρεις ο Θεός τι έχει να του δώσει.
ΒΟΗΘΕΙΑ: Κράτα με να σε κρατώ, ν’ ανεβούμε στο βουνό. /Γι’ αυτό οι Χιώτες πάνε δυο-δυο. /Χωρίς κουπιά και άρμενα, Αϊ-Νικόλα βόηθα. /Μια στενοχώρια που μοιράζεται είναι μισή στενοχώρια. /Οι τριφτάδες κι ο χυλός ώσπου να σηκωθείς ορθός. /Το ‘να χέρι νίβει τ’ άλλο και τα δυο το πρόσωπο. /Όσο με βόηθηκε η νύχτα και η αυγή, δε με βόηθηκε μήτε μάνα μήτε αδερφή. /Αν δεν έχεις νύχια να ξυστείς, μην περιμένεις να σε ξύσει κανένας άλλος. /Μονάχος δούλευε, ποτέ δεν θ’ αποστάσεις. /Πρώτη βοήθεια του θεού, δεύτερη του γειτόνου. /Να λείπαν τα πιπέργια μου, να δω τις μαγειριές σου.
ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ:
Στην αναβροχιά, καλό είν’ και το χαλάζι./ Απ’ τα ολότελα, καλή και η Παναγιώταινα.
ΥΠΟΤΕΛΕΙΑ: Σφάξε με, αγά μου, ν’ αγιάσω. /Έφαγες το κουλούρι σου, κάτω τη μούρη σου. /Αν δεν γονάτιζε η καμήλα, δεν θα την φορτώνανε.
ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ:
Κατά το ζώο και το φόρτωμα. /Κατά τα σκατά και το φτυάρι. /Χίλιοι καλοί χωράνε. /Όποιος μπαίνει στο χορό, χορεύει. /Όπως μου βαράνε χορεύω. /Κατά τη λαχάνα και η καζάνα. /Εμείς οι βλάχοι, όπως λάχει. /Κατά που μου ψάλλεις, σου κανοναρχώ. /Ό,τι κάνει ο κόσμος, θα κάνει κι ο Κοσμάς. /Όποιος αέρας κι αν φυσά, ο μύλος πάντα αλέθει. /Κατά το νιό και τ’ άρματα.
ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ:
Κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά. /Κοντά στο βασιλικό ποτίζεται κι η γλάστρα. /Με στραβό σαν κοιμηθείς, το πρωί θ’ αλληθωρίζεις.
ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ:
Δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα. /Κάλλιο λόγια στο χωράφι, παρά μάγκανα στ’ αλώνι. /Όλοι κοιτάζουν τον καβγά και η γριά το μέλι. /Κι εγώ κακό χερόβολο και συ κακό δεμάτι. /Ούτε κότες έχω ούτε με την αλεπού μαλώνω. /Ρωμιών καυγάς, Τούρκων χαλβάς. /Πάντα ξεχνά η πεθερά πως ήτονε και νύφη. /Οι γύφτοι τα μαλώματα για πανηγύρια τα ‘χουν /Να σου πει ο παπάς στ’ αυτί κι ο διάκος στο κεφάλι. /Είπ’ ο ένας το ‘να, ο άλλος τ’ άλλο κι ο παπάς το «Κύριε ελέησον». /Αν φτύσεις πάνω, φτύνεις τα μούτρα σου κι αν φτύσεις κάτω φτύνεις τα γένεια σου.
ΜΟΝΑΞΙΑ:
Όλοι αντάμα κι ο ψωριάρης χώρια. /Σαν την καλαμιά στον κάμπο. /Μοναχός σου μήτε στον παράδεισο. /Όποιος πηδάει μοναχός του, κανένας δεν τον φτάνει.
ΑΔΙΚΙΑ:
Ο καλός καλό δεν έχει. /Κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά. /Στο γάμο πάει ο γάιδαρος ή για νερό ή για ξύλα. /Δίχως κέρδη κέρατα, δίχως πομπές κουδούνια. /Το καλό το σύκο το τρώει η κουρούνα. /Άλλοι σπέρνουν και θερίζουν κι άλλοι τρών’ και μαγαρίζουν. /Εκεί που μας χρωστούσανε, μας πήραν και το βόδι. /Ο Θεός άλλους έπλασε και άλλους έκλασε. /Άλλος μαυρομάτα και άλλος τσιμπλομάτα. /Άβρακος βρακί δεν είχε, το ‘βαλε και χέστηκε. /Άλλος γαμεί κι άλλος πλερώνει. /Άλλος σπέρνει και τρυγάει, κι άλλος πίνει και μεθάει. /Σώπα συ να κρίνω γω, σήκω συ να κάτσω γω. /Ο Θεός να σε φυλάει απ’ το άδικο και από κακιά γυναίκα. /Οι πουτάνες κι οι τρελές έχουν τις τύχες τις καλές. /Τα καλά του Γιάννη θέμε και το Γιάννη δεν τον θέμε. /Μην παίρνεις δίκιο ορφανού, ούτε τόπο ποταμού.
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ:
Ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη, αλλά αγαπάει και τον νοικοκύρη. /Θα γυρίσει ο τροχός, θα χορτάσει κι ο φτωχός. /Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και την κακή του μοίρα.
ΙΣΟΤΗΤΑ:
Αφεντικά και δούλοι, το ίδιο γενήκαμε ούλοι. /Αν είσαι και παπάς, με την αράδα σου θα πάς. /Όλοι με χρυσά βελούδα, ποιος τα βόσκει τα γαϊδούρια; /Κι η μυλωνού τον άντρα της με τους πραματευτάδες.
ΚΑΘΑΡΙΟΤΗΤΑ:
Η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά. /Παστρική καλή Θοδώρα, το τσαρούχι μέσ’ την πίτα. /Τετάρτη και Παρασκευή τα νύχια σου μην κόψεις, την Κυριακή να μη λουσθείς, αν θέλεις να προκόψεις.
ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ:
Με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. /Ο λόγος σου με χόρτασε και τα ψωμί σου φά’ το.
ΕΞΑΠΑΤΗΣΗ:
Το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται. /Πουτάνα με τα κλάματα και κλέφτης με τους όρκους. /Τα φαινόμενα απατούν. /Από ‘ξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα. /Κι αλευρωμένος να ‘ναι ο ποντικός, η γάτα τον γνωρίζει. /Εγέλασές με μια φορά, ανάθεμα σε σένα, εγέλασές με δυο φορές, ανάθεμά μου εμένα.
ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΕΣ:
Απορία ψάλτου βηξ. /Κίνησε ο Οβριός για το παζάρι κι έτυχε να ‘ναι Σάββατο. /Όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια. /Τι έχεις γέρο που χορεύεις; Δε μ’ αφήνουν τα δαιμόνια. /Ψάλε δεσπότη, με πονεί το δάχτυλο μου. /Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει. /Πότε ο Γιάννης δεν μπορεί, πότε ο κώλος τον πονεί. /Θέλω ν’ αγιάσω κι ο διάβολος δεν μ’ αφήνει. /Ο τεμπέλης δεν τρώει τα αμύγδαλα για να μην τα σπάσει.
ΥΠΕΡΒΟΛΕΣ:
Είπαν τον τρελό να χέσει κι έβγαλε και τ’ άντερά του. /Βρήκαμε παπά, ας θάψουμε πέντε-έξι. /Γλυκάθηκε η γριά στο μέλι, θα φάει και το κουβέλι. /Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα. /Έκαψ’ την καλύβα του να μη τον τρων’ οι ψύλλοι. /Η κότα σγαρλίζοντας, τα μάτια της θα βγάλει. /Όλα τα ‘χε η Μαριορή, ο φερετζές της έλειπε. /Όποιος έχει πολύ πιπέρι, ρίχνει και στα λάχανα. /Σ’ αγαπώ κυρά να κλάνεις, αλλά μην το παρακάνεις. /Το πολύ το «Κύριε ελέησον» το βαριέται κι ο παπάς. /Κάνει σαν τη χήρα στο κρεβάτι.
ΕΚΔΙΚΗΣΗ:
Μία σου και μία μου. /Οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος /Η εκδίκηση είναι ένα φαγητό που τρώγεται κρύο /Έχει ο καιρός γυρίσματα να πληρωθούν τα πείσματα.
ΤΙΜΩΡΙΑ:
Ο ψεύτης και ο κλέφτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται. /Πιάστηκε σαν τον ποντικό στη φάκα. /Όποιο χορτάρι γελάς, στην πόρτα σου φυτρώνει. /Όποιος σκάβει το λάκκο τ’ αλλουνού, πέφτει ο ίδιος μέσα. /Δείρ’ τονε για τ’ αβγό, να μην σου πάρ’ την κότα. /Της φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες. /Με τα πολλά στη φυλακή και με τα λίγα μέσα. /Αν κλωτσάς τα γονικά σου, θα το βρεις απ' τα παιδιά σου. /Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και την κακή του μοίρα.
ΦΥΓΗ:
Όποιο πρόβατο φεύγει απ’ το μαντρί το τρώει ο λύκος. /Βαστάτε ποδαράκια μου να μη σας χέσει ο κώλος μου
ΖΩΗ:
Σήμερα είμαστε, αύριο δεν είμαστε. /Και με τα χίλια βάσανα, πάλι η ζωή γλυκιά ‘ναι.
ΓΗΡΑΤΕΙΑ:
Η γριά η κότα έχει το ζουμί. /Τώρα στα γεράματα, μάθε γέρο γράμματα. /Ο γέρος πάει ή από πέσιμο ή από χέσιμο. /Γάμος εις τα γέρατα, ή σταυρός ή κέρατα. /Του γέρου σκόνταμμα, του χάρου μήνυμα. /Γέρος κι αν επαινεύτηκεν, ανήφορος το δείχνει. /Εφτού που είσαι ήμουνα και δω που είμαι θα ‘ρθεις. /Και του γέρου τα παιχνίδια, σα νερόβραστα κρεμμύδια. /Ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του, ούτε τη γνώμη άλλαξε ούτε την κεφαλή του.
ΧΡΟΝΟΣ:
Τα στερνά νικούν τα πρώτα. /Καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια. /Όσα φέρνει η ώρα, δεν τα φέρνει ο χρόνος όλος. /Κάθε πράμα στον καιρό του κι ο κολιός τον Αύγουστο.
ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ:
Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει. /Πέρσι έκλασε, φέτος βρόμισε. /Τα ξερά σκατά στον τοίχο δεν κολλάνε. /Καράβι που αργεί, σκατά είναι φορτωμένο /Η καλή δουλειά αργεί να γίνει. /Αργεί ο Θεός και σκάει ο φτωχός. /Το καλό το πράγμα αργεί να γίνει. /Ο αγουροφάγος έφαγε, ο ρουμοφάγος δεν έφαγε. /Λύσε δέσε το γουρούνι, μακρυσκοίνησε την κλώσα, πέρασε η μέρα.
ΒΙΑΣΥΝΗ:
Το γοργόν και χάριν έχει. /Πάω αργά γιατί βιάζομαι. /Όποιος βιάζεται σκοντάφτει. /Στη βράση κολλάει το σίδερο. /Η σκύλα από τη βιάση της τα κάνει στραβά τα κουτάβια της. /Μην κουνάς τα πόδια σου πριν ανεβείς στο γάιδαρο. /Ακόμα δεν τον είδαμε και Γιάννη τον εβγάλαμε. /Η βιάση ψήνει το ψωμί, μα δεν το καλοψήνει.
ΚΑΙΡΟΣ:
Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη. /Άσπρος ήλιος, μαύρη ημέρα. /Πάν’ τα σύννεφα στην Πάτρα, πάν’ τα ρέματα γιομάτα. /Το κρύο με το σακί μπαίνει και με το βελόνι βγαίνει. /Η καλή μέρα απ’ το πρωί φαίνεται. /Αϊ-Δημητράκη μου, μικρό καλοκαιράκι μου. /Αν δεν λαλήσει ο τζίτζικας, δεν είναι καλοκαίρι. /Ή θα βρέξει ή θα χιονίσει ή καλό καιρό θα κάνει. /Σα τσακουματίζουν τ’ άστρα , δέσε πιο καλά τη βάρκα. /Αν δεν αστράψει, δεν βροντά, κι αν δε βροντά δε βρέχει. /Τ’ Αγι’ Αντωνιού, τ’ Αϊ-Θανασιού, του βλάχαρου ο χειμώνας. /Ήλιος και βροχή παντρεύονται φτωχοί, ήλιος και χιόνι παντρεύονται αρχόντοι. /Βρήκες καιρό, αρμένιζε, καιρό μην περιμένεις γιατί ο καιρός τα πράγματα δεν ξέρεις πως τα φέρνει.
ΜΗΝΕΣ:
Ο Μάης έχει τ’ όνομα κι ο Απρίλης τα λουλούδια. /Ο Απρίλης με τα λούλουδα και ο Μάης με τα ρόδα. /Αύγουστε καλέ μου μήνα, να ‘σουν δυο φορές το χρόνο. /Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει. /Να ‘σαι καλά τον Αύγουστο που ‘ναι παχιές οι μύγες. /Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης. /Μη σε γελάσει ο Μάρτης το πρωί και χάσεις την ημέρα. /Μήνας που δεν έχει ρο, ρίξε στο κρασί νερό. /Πέντε μήνες έναν κόμπο, ένα μήνα πέντε κόμπους. /Μάης βρεμένος, μούστος μετρημένος. /Χιόνισ’ έβρεξ’ ο Γενάρης, όλ’ οι μύλοι μας θ’ αλέθουν. /Από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα. /Από Μαρτιού πουκάμισο κι απ’ Αύγουστο σεγκούνι. Τ’ Αυγούστου και του Γεναριού τα δυο χρυσά φεγγάρια. Αλωνάρη με τ’ αλώνια και με τα χρυσά πεπόνια. /Ο Αύγουστος πουλά κρασί κι ο Μάης πουλά στάρι. /Μάη μήνα μη φυτέψεις, Μάη μη στεφανωθείς, Μάη μήνα μη δουλέψεις, Μάη μην ταξιδευτείς. /Αν βρέξει ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλλο ένα, χαρά σ’ εκείνον το ζευγά που’ χει πολλά σπαρμένα. /Να ‘μουν το Μάη γάιδαρος, τον Αύγουστο κριάρι, όλους τους μήνες κόκορας και γάτος το Γενάρη
ΘΑΛΑΣΣΑ:
Θάλασσα, πικροθάλασσα και πικροκυματούσα. /Όποιος κατουράει στη θάλασσα, το βρίσκει στο αλάτι.
ΝΥΧΤΑ:
Όποιος νύχτα περπατεί, λάσπες και σκατά πατεί. /Της νύχτας τη δουλειά τη βλέπει η μέρα και γελά. /Η νύχτα βγάνει επίσκοπο, η αυγή μητροπολίτη.
ΦΩΤΙΑ:
Η φωτιά και το νερό δεν έχουν μαλλιά. /Το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει. /Μην παίζεις με τη φωτιά.
ΟΠΤΙΚΟ ΠΕΔΙΟ:
Χωριό που φαίνεται κολαούζο δε θέλει. /Ο διακονιάρης τα μπροστινά σακούλια βλέπει. /Μάτια που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται. /Όσους βλέπει ο παπάς, τόσους και θυμιατίζει. /Η καμήλα δε βλέπει την καμπούρα της. /Εμείς το λύκο βλέπουμε, πούθε πάν’ τ’ αχνάρια του.
ΛΑΪΚΗ ΔΥΝΑΜΗ:
Φωνή λαού οργή Θεού. /Όπου κατουρούν πολλοί μαζί, κυλάει ποτάμι.
ΒΙΑ: Το ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο. /Όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος. /Τη γυναίκα σου χτυπάς, το σπιτάκι σου χαλάς.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ:
Βαράει το σαμάρι ν’ ακούσει ο γάιδαρος. /Όποιον λόγο πεις, τέτοιον και θ’ ακούσεις. /Βαρεί τη θύρα, ν' ακούσει η παραθύρα. /Ίδιο πρόσωπο έρχεται, ίδιο μαντάτο φέρνει. /Τα λέει στην πεθερά για να τ’ ακούσει η νύφη. /Εγώ το λέω στον σκύλο μου κι ο σκύλος στην ουρά του.
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ:
Μάθε τέχνη κι άσ’ τηνε κι άμα πεινάσεις πιάσ’ τηνε. /Ό,τι μικρομάθαινες, δεν το γεροντάφηνες. /Μαθαίνει την τέχνη στου κασιδιάρη το κεφάλι. /Άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο. /Αν δε σε κλάσει ο μάστορης, δε γίνεσαι τεχνίτης. /Καλά είναι τα γράμματα, μα να ‘χει νου και γνώση. /Δε με θλίβει που πεθαίνω, μα που όσο ζω μαθαίνω. /Τώρα στα γεράματα, μάθε γέρο γράμματα. /Μ’ όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις.
ΛΟΓΙΚΗ:
Κοντά στο νου κι η γνώση. /Τα μισά της χιλιάδας πεντακόσια. /Τρεις το λάδι, δυο το ξίδι, πέντε το λαδόξιδο.
ΑΛΗΘΕΙΑ & ΨΕΜΑ:
Το ψέμα έχει κοντά ποδάρια. /Μεταξύ κατεργαραίων, ειλικρίνεια. /Όρκος του ρωμιού, πόρδος του γουρνιού. /Ο χορτάτος τον πεινασμένο δεν τον πιστεύει. /Του γιου σου τάξε ψέματα και του γαμπρού σου αλήθεια.
ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ:
Εδώ καράβια χάνονται, βαρκούλες αρμενίζουν. /Ο παπουτσής ξυπόλητος κι ο ράφτης μπαλωμένος. /Εδώ ψωμί δεν έχουμε, ραπανάκια για την όρεξη.
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ:
Ψάχνει ψύλλους στ’ άχυρα. /Ρωτώντας πάει κανείς στην Πόλη. /Θα το βρει η στραβή τ’ αρνί της. /Θα το βρει η τάβλα το καρφί της. /Ο ξένος και ο ποταμός τον τόπο τους γυρεύουν. /Βασιλικός στην πόρτα μας κι εμείς τονε ζητούμε. /Όποιος χτυπάει του ανοίγουνε κι όποιος γυρεύει βρίσκει.
ΑΡΧΗ:
Κάθε αρχή και δύσκολη. /Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός /Το φαΐ και το χέσιμο ώσπου ν’ αρχίσουν θέλει. /Μην καμαρώνεις την αρχή προτού να δεις το τέλος.
ΠΡΑΞΗ & ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ:
Θέρος-τρύγος-πόλεμος. /Στη βράση κολλάει το σίδερο. /Ό,τι πράξεις, θα εισπράξεις. /Αν δεν βρέξεις κώλο, ψάρια δεν τρως. /Με τις πορδές δε βάφονται αβγά. /Αφού έκαμες την εκκλησιά, κάμε και τ’ άγιο βήμα.
ΕΜΠΕΙΡΙΑ:
Μαθημένα τα βουνά απ’ τα χιόνια. /Ο παθός και μαθός. /Η γριά η κότα έχει το ζουμί. /Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα. /Μη ρωτάς γιατρό, ρώτα τον παθό. /Άμα ξαναγίνω νύφη, ξέρω να χαμογελώ. /Όποιος καεί με το χυλό, φυσάει και το γιαούρτι. /Πέντε μήνες έναν κόμπο, ένα μήνα πέντε κόμπους. /Γερόντων πάρε τη βουλή κι ανθρώπων μαθημένων, οπού έχουνε πολύ ψωμί κι αλάτι φαγωμένο.
ΑΛΛΑΓΗ: Άλλαξε ο Μανωλιός, έβαλε τα ρούχα του αλλιώς. /Καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια. /Καιρός πανιά, καιρός κουπιά. /Θα γυρίσει ο τροχός, θα χορτάσει κι ο φτωχός. /Άλλοι παπάδες ήρθανε, άλλα Βαγγέλια φέραν.
ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ:
Καινούργιο κόσκινο και πού να σε κρεμάσω. /Μεγάλο θάμα, τρεις μέρες. /Συμπεθέροι και κουμπάροι, τον πρώτο χρόνο έχουν τη χάρη.
ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ:
Βρήκαμε παπά, ας θάψουμε πέντε-έξι. /Το αγώι ξυπνάει τον αγωγιάτη. /Άρπαξε να φας και κλέψε να ‘χεις. /Ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας.
ΜΕΣΑ & ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ:
Άπλωνε τα πόδια σου κατά το πάπλωμά σου. /Δεν χωράνε δυο καρπούζια σε μια μασχάλη. /Η τέχνη θέλει μάστορη κι η φάβα θέλει λάδι. /Μνημόσυνο με ξένα κόλλυβα δεν γίνεται. /Όποιος έχει αμπέλι, ας βρει δραγάτη. /Όποιος έχει τα γένια, έχει και τα χτένια. /Όσο είν’ ο νους μου στο χωράφι, τόσα βόιδα να βρεθούνε. /Όποιος ξενοκαβαλικεύει, γρήγορα και ξεπεζεύει. /Τα μεταξωτά βρακιά θέλουν και επιδέξιους κώλους. /Όποιος έχει το πεπόνι, έχει και το μαχαίρι. /Τώρα που έγινε η θάλασσα γιαούρτι, δεν έχουμε κουτάλια. /Καλά είν’ τα φαρδομάνικα, μα είν’ για δεσποτάδες. /Κώλοι υπάρχουν, λεφτά δεν υπάρχουν. /Έκανε το σκατό του παξιμάδι. /Στο καρφί, καρφί δε μπαίνει. /Με κουβαλητό νερό ο μύλος δε γυρίζει. /Αν δεν έχεις νύχια να ξυστείς, μην περιμένεις να σε ξύσει κανένας άλλος.
ΕΜΠΟΔΙΑ & ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ:
Κάθε εμπόδιο για καλό. /Κάθε αρχή και δύσκολη. /Βαστάτε ποδαράκια μου να μη σας χέσει ο κώλος μου. /Και τα καλά δεχούμενα, και τα κακά. /Η σφίξη βγάνει το λάδι. /Όλ’ ανάποδα κι ο γάμος την Τετράδη. /Θέλει ν' ανθίσει το δενδρί μα η πάχνη δεν τ' αφήνει. /Όλα του γάμου δύσκολα κι η νύφη γκαστρωμένη. /Όλοι κλαίν’ τον πόνο τους κι ο μυλωνάς τ’ αυλάκι. /Ήταν στραβό το κλήμα, το ‘φαγε κι ο γάιδαρος. /Τραβάει του λιναριού τα πάθη. /Όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελες. /Εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα. /Έβαλε ο διάολος την ουρά του. /Μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες. /Γριά δεν είχε βάσανα και αγόραζε γουρούνι. /Δώδεκα Απόστολοι, ο καθένας με τον πόνο του.. /Όποιος δεν έχει παντρέψει κόρη και δεν έχει κτίσει σπίτι, δεν ξέρει τι θα πει πρόβλημα.
ΡΙΣΚΟ:
Μην παίζεις με τη φωτιά. /Πού πας ξυπόλητος στ’ αγκάθια. /Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρών’ οι κότες. /Θρέψε λύκο το χειμώνα, να σε φάει το καλοκαίρι. /Γίδα που τρέχει στον γκρεμό, ποτέ δεν έχει σκοτωμό. /Όποιος πηδάει πολλά παλούκια, στο τέλος κάποιο θα μπει στον κώλο του. /Όποιος στην ξέρα περπατεί και θάλασσα γυρεύει, ο διάβολος οπίσω του κουκιά του μαγειρεύει. /Όποιος τα φίδια κυνηγά, φίδι θα τον δαγκώσει, και όποιος τον κίνδυνο αγαπά, αυτός θα τον σκοτώσει.
ΠΕΙΘΩΣ:
Τα λόγια γυρίζουν το ποτάμι. /Λέγε-λέγε το κοπέλι, κάνει την κυρά και θέλει. /Με το στανιό ο σκύλος μαντρί δε φυλάει. /Με το ζόρι παντρειά δε γίνεται. /Όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος. /Πότε με τα καρύδια του, πότε με τον χαλβά του, ήφερε την καλόγρια εις τα θελήματά του.
ΕΡΓΑΣΙΑ:
Η καλή νοικοκυρά, είναι δούλα και κυρά. /Αν ήταν καλή η δουλειά, θα δούλευε κι ο Δεσπότης. /Θέλεις θέρισε και δέσε, θέλεις δέσε και κουβάλα. /Έκατσε η δουλειά στην πόρτα και κυνήγησε τη φτώχεια. /Μερεμέτα και σκαπέτα. /Ήρθα εδώ να ξανασάνω κι εύρηκα μαλλί να ξάνω. /Ο λόγγος δεν εφοβήθει το τσεκούρι μα το στειλιάρι. /Όποια έχει ρόκα και παιδί, στη γειτονιά να μην εβγεί. /Η έγνοια κάνει τη δουλειά κι η ξεγνοιασιά τον ύπνο. /Η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη. /Ράβε-ξήλωνε, δουλειά να μη σου λείπει. /Του γεωργού η δουλειά στ’ αλώνι φαίνεται. /Ο παπουτσής ξυπόλητος κι ο ράφτης μπαλωμένος. /Η δουλειά δεν είν’ ντροπή και ντροπή είν’ η τεμπελιά. /Η γαϊδούρα σαράντα πουλάρια έκανε και το σαμάρι δεν της έλειψε. /Βρήκαμε μαλλί να ξάνουμε. /Κερά εσύ, κερά κι εγώ, ποιά θα πάει για νερό; /Μονάχος δούλευε, ποτέ δεν θ’ αποστάσεις. /Τσάμπα δούλευε, τσάμπα μη κάθεσαι. /Απ’ το θέρος ως τις ελιές, δεν απολείπουν οι δουλειές. /Όσο με βόηθηκε η νύχτα και η αυγή, δε με βόηθηκε μήτε μάνα μήτε αδερφή. /Βόδι να μην αλώνιζε, κόρη να μην εγέννα και νιος να μην εθέριζε, ποτέ του δε θα γέρνα.
ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ:
Έκαστος εφ’ ω ετάχθη. /Ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς. /Μάθε τέχνη κι άσ’ τηνε κι άμα πεινάσεις πιάσ’ τηνε. /Έκαστος στο είδος του [και ο Λουμίδης στους καφέδες]. /Παλιά μου τέχνη κόσκινο. /Κατά το νιό και τ’ άρματα. /Άλλη η δουλειά του ναύτη, κι άλλη του καντηλανάφτη. /Το αμπέλι, θέλει αμπελουργό, το σπίτι νοικοκύρη και το καράβι, στο γιαλό, θέλει καραβοκύρη.
ΗΓΕΣΙΑ:
Βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα. /Το ψάρι βρομάει απ’ το κεφάλι /Άλλοι παπάδες ήρθανε, άλλα Βαγγέλια φέραν. /Στους τυφλούς ο μονόφθαλμος βασιλεύει. /Η νύχτα βγάνει επίσκοπο, η αυγή μητροπολίτη. /Καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στη πόλη. /Ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται. /Πρώτα μάθε να γροικάς και ύστερα να διατάζεις. /Κερά εσύ, κερά κι εγώ, ποιά θα πάει για νερό; /Όταν λείπει η γάτα χορεύουν τα ποντικια. /Όλα του πρέπουνε του νιου, εκτός απ’ το κουμάντο. /Όλοι με χρυσά βελούδα, ποιος τα βόσκει τα γαϊδούρια; /Όποιος διατάζει κι όποιος κλάνει ποτέ του δεν κουράζεται.
ΧΡΗΜΑ & ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ:
Μάζευε κι ας είναι ρόγες. /Άρπαξε να φας και κλέψε να ‘χεις. /Κάνε με σοφό, να σε κάνω πλούσιο. /Σιγά μη χάσει η Βενετιά βελόνι. /Με τον παρά μου, γαμώ και την κυρά μου. /Το χρήμα κάνει ρήτορα κι η φτώχεια κακομοίρη. /Για τον παρά κολάζεσαι, με τον παρά κι αγιάζεις. /Όπου βγάνεις και δεν βάνεις, γλήγορα στο πάτο φτάνεις.
ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ:
Μικρό - μικρό τ’ αλώνι σου, μα είν’ κατάδικό σου. /Ούτε κότες έχω ούτε με την αλεπού μαλώνω. /Το μισιακό γαϊδούρι το τρώει ο λύκος. /Σε ξένο χωράφι, δρεπάνι μη βάζεις. /Ελάτε γνωστικοί να φάτε του τρελού το βιος. /Όποιος ξένο σκύλο τρέφει, μόνο το λουρί του μένει. /Αμπέλι του χεριού σου, συκιά του κυρού σου και ελιά απ’ τον παππού σου.
ΚΟΣΤΟΣ & ΤΙΜΗ:
Η φτήνια τρώει τον παρά. /Να λιλί, δώσ’ μου τσιτσί. /Το φτηνό το κρέας το τρώνε τα σκυλιά. /Μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μη δώστε.
ΣΥΜΦΕΡΟΝ:
Γιάννης κερνάει και Γιάννης πίνει. /Ο παπάς βλογάει πρώτα τα δικά του γένια. /Ο μουσαφίρης δε θέλει άλλο μουσαφίρη. /Δίχως κέρδη κέρατα, δίχως πομπές κουδούνια. /Ψωμί μη λείψει σπίτι μας, και φούρνος να μη καπνίσει. /Ανύπαντρος προξενητής, για πάρτη του γυρεύει. /Ξένο ψωμί ήταν που ‘τρωγε, δικό του το μαχαίρι. /Από πίτα που δεν τρως, τι σε νοιάζει κι αν καεί. /Δεν έγινα παπάς ν’ αγιάσω, έγινα παπάς για να περάσω.
ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΙ:
Ο λύκος από τα μετρημένα τρώει. /Λογαριάζει χωρίς τον ξενοδόχο. /Ακριβός στα πίτουρα και φτηνός στ’ αλεύρι. /Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. /Τρεις το λάδι, δυο το ξίδι, πέντε το λαδόξιδο.
ΦΑΪ: Τρώγοντας έρχεται η όρεξη. /Ξύδι χάρισμα, γλυκό σαν μέλι. /Σε ξένο φαΐ αλάτι να μη ρίχνεις. /Δεν είμαι φαγάς, είμαι παραπονιάρης. /Φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο. /Πρόβατο που βελάζει χάνει την χαψιά του. /Φασουλάδα τρομερή, κάθε βήμα και πορδή. /Μία κοιλιά, καλή κοιλιά, κρατάει πέντε ημέρες. /Φάε κουμπάρε ελιές, καλό είν’ και το χαβιάρι. /Καλά είν’ τα ρουπακόφυλλα με το ρογί το λάδι. /Αγρύπνησε να κοιμηθείς και πείνασε να φάγεις. /Εδώ ψωμί δεν έχουμε, ραπανάκια για την όρεξη. /Όταν έχεις και δεν τρως, πρέπει να σε δει γιατρός. /Όπου βλέπεις μάσα κάτσε κι όπου βλέπεις ξύλο τρέχα. /Του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο, δέκα φορές είν’ αδειανό και μια φορά γεμάτο. /Έπεσε ο λύκος στ’ άντερα.
ΑΛΚΟΟΛ:
Κρασί σε πίνω για καλό και συ με πας στο βράχο. /Μήνας που δεν έχει ρο, ρίξε στο κρασί νερό. /Ο τρελός είδε τον μεθυσμένο κι έφυγε. /Το βερεσέ κρασί δυο φορές μεθεί. /Δώσ’ κρασί να βγει η αλήθεια. /Εις υγείαν των ερώτων, το ποτήριον το πρώτον. /Το μαγκούφι το κρασί, την καρδούλα μου τη σείει.
ΥΠΝΟΣ:
Η έγνοια κάνει τη δουλειά κι η ξεγνοιασιά τον ύπνο. /Αυτός κοιμάται κι η τύχη του δουλεύει. /Όταν κοιμάται ο γιόκας μου, ψωμί δε μας γυρεύει. /Γλυκός ο ύπνος το πρωί, γδυτός ο κώλος τη Λαμπρή. /Ο ύπνος θρέφει μάγουλα και ξεγυμνώνει κώλους. /Ο ύπνος θρέφει τα μωρά κι ο ήλιος τα μοσχάρια.
ΣΠΙΤΙ:
Άμα δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει. /Σπίτι μου σπιτάκι μου και σπιτοκαλυβάκι μου. /Πρώτα θεμέλια του σπιτιού, ψωμί, κρασί και λάδι. /Σπίτι χωρίς Γιάννη, προκοπή δεν κάνει. /Κακό χωριό τα λίγα σπίτια. /Σπίτι που δεν το βλέπει ο ήλιος, το βλεπει ο γιατρός.. /Κατά το πουλί η φωλιά του, και κατά τον άνθρωπο το σπίτι του.
ΑΙΤΙΟ & ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
Όποιος νύχτα περπατεί, λάσπες και σκατά πατεί. /Ανεμομαζώματα, διαβολοσκορπίσματα. /Αν δεν αστράψει, δεν βροντά, κι αν δε βροντά δε βρέχει. /Η καμήλα από τ’ αυτί δεν κουτσαίνει. /Όποιος κατουράει στη θάλασσα, το βρίσκει στο αλάτι. /Όποιος κεντάει το γάιδαρο μυρίζεται τις πορδές του. /Κουκιά τρως, κουκιά μαρτυράς. /Όποιος έχει τη μύγα, μυγιάζεται. /Ό,τι πράξεις, θα εισπράξεις. /Τον κώλο βάζει ο μάγειρας, σκατά θα μαγειρέψει /Πόρδου άκουσμα, σκατού μαντάτο /Όπως έστρωσες θα κοιμηθείς. /Όποιος λυπάται το καρφί, χάνει και το πέταλο /Πάρε την κάργια οδηγό, να φας σκατό με το κιλό. /Έκλασ’ η νύφη και σχόλασεν ο γάμος.
ΛΑΘΗ & ΣΦΑΛΜΑΤΑ:
Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα. /Έβαλαν το λύκο να φυλάει τα πρόβατα. /Λαγός τη φτέρη έσειε, κακό του κεφαλιού του. /Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρών’ οι κότες.
ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΟ:
Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. /Πώς πάν’ αράπη τα παιδιά σου; Όσο πάνε και μαυρίζουνε. /Ή θα βρέξει ή θα χιονίσει ή καλό καιρό θα κάνει. /Όποιος περπατεί μυρίζει κι όποιος κάθεται βρωμίζει. /Όποιος πηδάει πολλά παλούκια, στο τέλος κάποιο θα μπει στον κώλο του.
ΑΤΑΞΙΑ:
Απ’ τη λεχώνα στη μαμή, εχάθη το παιδί. /Κάθε μαχαλάς και τάξη, κάθε ρούγα και ζακόνι. /Ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται. /Μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μη δώστε. /Αλλού παπάς κι αλλού τα ράσα του /Δε γνωρίζει το σκυλί τον αφέντη του. /Ανεμομαζώματα, διαβολοσκορπίσματα.
ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ:
Άμα το ‘χει η κούτρα σου να κατεβάζει ψείρες… /Ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του, ούτε τη γνώμη άλλαξε ούτε την κεφαλή του. /Το ήμερο τ’ αρνί βυζαίνει από δυο μανάδες και το άγριο δε βυζαίνει ούτε απ’ τη μάνα του.
ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ:
Η μαϊμού είδε τον κώλο της και τρόμαξε. /Καθενός η πορδή, μόσχος του μυρίζει. /Η καμήλα δε βλέπει την καμπούρα της.
ΌΝΟΜΑ: Όχι Γιάννης, Γιαννάκης /Άλλος έχει τ’ όνομα κι άλλος τη χάρη. /Σπίτι χωρίς Γιάννη, προκοπή δεν κάνει. /Ακόμα δεν τον είδαμε και Γιάννη τον εβγάλαμε.
ΚΑΤΑΓΩΓΗ:
Από αγκάθι βγαίνει ρόδο κι από ρόδο βγαίνει αγκάθι. /Η αλεπού και το παιδί της, ένα τομάρι έχουνε. /Κατά μάνα κατά κύρη, κατά γιος και θυγατέρα. /Από κει που πήδησε η κατσίκα θα περάσει και το κατσικάκι. /Παπά παιδί, διαόλου εγγόνι. /Σόι πάει το βασίλειο. /Το σόι σώζεται. /Όποιος γεννηθεί στη φυλακή, την φυλακή θυμάται. /Το αίμα νερό δεν γίνεται και άμα γενεί, δεν πίνεται. /Η αλεπού εκατό χρονών, τ’ αλεπουδάκια εκατόν δέκα. /Το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά θα πέσει. /Οι κάμποι τρέφουν άλογα και τα βουνά λεβέντες. /Βρήκε ο γύφτος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του. /Μη μου πολυψηλώνεσαι γιατί ψηλός δεν είσαι, και το χωριό σου είναι κοντά, και ξέρω τίνος είσαι.
ΓΕΛΙΟ & ΧΑΜΟΓΕΛΟ
Γέλασε και το παρδαλό κατσίκι./ Άμα ξαναγίνω νύφη, ξέρω να χαμογελώ./ Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος. / Δυο γελάν, κάτι ξέρουν. Ένας γελάει, τρελός είναι. / Ας πηδάμε κι ας γελάμε για να λεν πως δεν πεινάμε.
ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ
Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά. / Από ‘ξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα. / Άσχημο παιδί στην κούνια, όμορφο στη ρούγα. / Μπρος τα κάλλη τι είναι ο πόνος. / Τα πάχη μου, τα κάλλη μου. / Μαγκιά, κλανιά και κώλος φινιστρίνι. / Τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής. / Κοντή γυναίκα πέρδικα, ψηλή καρακαηδόνα. / Άλλαξε ο Μανωλιός, έβαλε τα ρούχα του αλλιώς. / Φυλάξου από άνθρωπο σπανό και μαλλιαρή γυναίκα. / Η αρρώστια και η αρχοντιά φαίνονται από μακριά.
ΥΓΕΙΑ
Ένα μήλο την ημέρα το γιατρό τον κάνει πέρα. / Οι τριφτάδες κι ο χυλός, ώσπου να σηκωθείς ορθός. / Πότε ο Γιάννης δεν μπορεί, πότε ο κώλος τον πονεί. / Όποιος λέει τον πόνο του, βρίσκει τη γιατρειά του. / Ο άρρωστος θέλει γιατρό κι ο πεθαμένος κλάμα. / Κώλος κλαμένος, γιατρός χεσμένος.
ΤΥΧΗ & ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ
Ρόδα είναι και γυρίζει. / Οι πουτάνες κι οι τρελές έχουν τις τύχες τις καλές. / Η τύχη βοηθάει τον τολμηρό / Να ‘χα πουτάνας ριζικό και ακαμάτρας μοίρα. / Πουτάνας τύχη δεν χάνεται. / Αγάπαγε η Μάρω το χορό βρήκε και άντρα χορευτή. / Αυτός κοιμάται κι η τύχη του δουλεύει. / Ο άνθρωπος ό,τι μπορεί κι ο Θεός ό,τι θέλει. / Όποιου του μέλλει να πνιγεί, δεν πάει από κρεμάλα. / Ο Θεός άλλους έπλασε και άλλους έκλασε. / Όποιος έχει τύχη, γεννάνε και τα κοκόρια του. / Γυναίκα και καρπούζι η τύχη τα διαλέγει. / Που γραψ’ ο Θεός ξεβράκωτο, ποτέ βρακί δε βάζει / Όσα φέρνει η ώρα, δεν τα φέρνει ο χρόνος όλος. / Άλλος μαυρομάτα και άλλος τσιμπλομάτα. / Όταν η τύχη σε βοηθά, μην την πισωκωλιάζεις. / Του φτωχού τ’ αρνί κριάρι δε γίνεται. /
Αν έχεις τύχη διάβαινε και ριζικό περπάτει [κι αν είσαι κακορίζικος, κάτσε, μην τυραννιέσαι]
ΑΠΡΟΟΠΤΑ
Αλλού τ’ όνειρο κι αλλού το θάμα. / Αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννάν’ οι κότες. / Σηκώθηκαν τα πόδια να χτυπήσουν το κεφάλι. / Είδα κι είδα, γύφτο παπά δεν είδα. / Βουνό με βουνό δεν σμίγει. / Κατά φωνή και γάιδαρος. / Μέγας είσαι, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου!
ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ
Ζήσε μαύρε μου να φας τριφύλλι. / Κάθε ημέρα δεν είναι τ’ Αϊ-Γιαννιού. / Από το γάμο έρχομαι και μα την πείνα που ‘χω. / Πώς πάν’ αράπη τα παιδιά σου; Όσο πάνε και μαυρίζουνε. / Στολίστει η νύφη κι απόμεινε. / Τι έχεις Γιάννη; Τι είχα πάντα. / Χέσε μέσα Πολυχρόνη που δε γίναμε ευζώνοι. / Χέσε ψηλά κι αγνάντευε. / Πολύ κο-κο και κανένα αβγό / Μούντζω κατά του Κουρουνιού, σπάσανε οι μπογάνες. / Παρηγοριά στον άρρωστο ώσπου να βγει η ψυχή του.
ΘΛΙΨΗ & ΠΟΝΟΣ
Το πολύ ταμάχι τρώει το στομάχι. / Αυτός που ‘χασε το χοίρο του, όλο μουγκριές ακούει. / Στον άρρωστο το γιατρικό, στον πονεμένο ο λόγος. / Μια στενοχώρια που μοιράζεται είναι μισή στενοχώρια. / Μοιρασμένη χαρά, διπλή χαρά. Μοιρασμένος πόνος, μισός πόνος.
ΑΠΟΓΝΩΣΗ
Αλί απ’ τον Αλή που ‘χασε τ’ άλογο και πιλαλεί. / Έρμα μαντριά γιομάτα λύκους. / Ο πνιγμένος απ’ τα μαλλιά του πιάνεται. / Χωρίς κουπιά και άρμενα, Αϊ-Νικόλα βόηθα.
ΦΟΒΟΣ
Σαν τη γίδα το ψαλίδι. / Ο φόβος φυλάει τα έρμα. / Καθαρός ουρανός αστραπές δε φοβάται. / Τρέμει σαν το σκύλο κάτω απ’ το ρέχτι. / Αν φοβόταν ο λύκος τη βροχή, θα φόραγε καπότα. / Όπου πεθαίνουνε πολλοί, θάνατο δε φοβάσαι. / Φοβάται ο Γιάννης το θεριό, και το θεριό το Γιάννη. / Πώς πάνε οι στραβοί στον Άδη; ένας κοντά στον άλλονε. / Άμα δεις λαγόν εμπρός σου, τρεις φορές καν’ το σταυρό σου. / Το γουρούνι το κράζουν για μαχτό και κείνο πάει για σκατό.
ΝΤΡΟΠΗ
Μισή ντροπή δική μου - μισή ντροπή δική του. / Η δουλειά δεν είν’ ντροπή και ντροπή είν’ η τεμπελιά. / Έβγα έξω και πομπέψου κι έμπα μέσα και πορέψου. / Έμαθα γδυτός και ντρέπομαι ντυμένος. / Τον ξεδιάντροπο φτύνανε κι έλεγε ψιχαλίζει. / Η ντροπίτσα τρώει πετρίτσα. / Ντράπου η κόρη, βρέθει γκαστρωμένη.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
Χώρια τα στέρφα από τα γαλάρια. / Άλλος έχει τ’ όνομα κι άλλος τη χάρη. / Θα πηδήξω τάτα, θα σε δω παιδάκι μου. / Του γεωργού η δουλειά στ’ αλώνι φαίνεται. / Ο κακός γείτονας κάνει τον καλό νοικοκύρη. / Άγιος που δε θαυματουργεί, μηδέ δοξολογιέται. / Δείξε μου τον φίλο σου, να σου πω ποιος είσαι. / Όσο βαραίνει ένας άνθρωπος, δε βαραίνει ο κόσμος όλος.
ΑΞΙΑ & ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ
Ο καλός ο μύλος όλα τ’ αλέθει. / Άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας. / Βασιλικός κι αν μαραθεί, τη μυρωδιά την έχει. / Της καλής προβατίνας της κρεμάνε το τροκάνι. / Ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται. / Ο καλός ο γεωργός κάνει το καλό χωράφι. / Η τέχνη και η πονηριά τη νικά την αντρειά. / Το δέντρο που ‘χει τον καρπό, όλο πετροβολιέται. / Μάστορης είναι και της κατσίκας ο κώλος, [που κάνει κομπολόι την κοπριά ]. / Μη με κοιτάς στο γύρισμα, γυρίζω παλικάρι. Να με κοιτάς στο λιόκρισμα που σπάω το λιθάρι.
ΘΕΛΗΣΗ
Ο επιμένων νικά. / Όλα γίνονται. Μόνο του σπανού τα γένια δεν φυτρώνουν.
ΚΑΛΟΣΥΝΗ
Κάμε το καλό και ρίξ’ το στο γιαλό. / Ο καλός καλό δεν έχει. / Χίλιοι καλοί χωράνε. / Αφού έκαμες την εκκλησιά, κάμε και τ’ άγιο βήμα.
ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ
Όποιος έχει αμπέλι, ας βρει δραγάτη. / Εγώ βαφτίζω και μυρώνω, άρα ζήσει άρα δε ζήσει. / Άλλος σ΄ έχεσε κι εγώ θα σε σφουγγίσω; / Ανύπαντρος σαν παντρευτεί δεν πρέπει να χορεύει, μόνο σακί στον ώμο του κριθάρι να μαζεύει.
ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ
Όταν σου χαρίζουν ένα γάιδαρο, μην τον κοιτάς στα δόντια. / Πίνει η κότα το νερό, μα κοιτάει και το Θεό. / Η χάρη θέλει αντίχαρη και πάλι χάρη είναι.
ΠΡΟΝΟΗΤΙΚΟΤΗΤΑ
Των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν. / Φύλαγε τα ρούχα σου να έχεις τα μισά. / Έχουσιν γνώσιν οι φύλακες. / Μήτε στη μέση χωραφιού, μήτε στην άκρη τραπεζιού / Μην φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν. / Κεραμίδια που δε στάζουνε, μη τα σκαλίζεις. / Του άγιου άναβε ένα κερί και του διαβόλου δέκα. / Αλάργα από πλώρη καραβιού και μουλαριού το κώλο. / Την υπογραφή σου και το κάτω το κεφάλι σου να προσέχεις που τα βάζεις.
ΥΠΟΜΟΝΗ
Αγάλι-αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι. / Το καλό πράγμα αργεί να γίνει. / Φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι. / Σταλαματιά, σταλαματιά, γεμίζει η στάμνα η πλατιά. / Σταλαματιά, σταλαματιά, τρώγεται η πέτρα η πλατιά.
ΑΔΡΑΝΕΙΑ & ΤΕΜΠΕΛΙΑ
Πέσε πίτα να σε φάω. / Κάλλιο ένα καλό χουζούρι παρά της δουλειάς το νταβαντούρι. / Άδουλος, δουλειά δεν έχει, το βρακί του λύν’ και δένει. / Γλυκός ο ύπνος το πρωί, γδυτός ο κώλος τη Λαμπρή. / Η αλεπού είχ’ εργατιά και κείνη ακριδολόγαγε. / Με το στόμα μπάρα-μπάρα, με τα χέρια κουλαμάρα. / Με το νου πλουταίν’ η κόρη, με τον ύπνο η ακαμάτρα. / Ο τεμπέλης κι ο φαγάς ή χωροφύλακας ή παπάς. / Ο ύπνος θρέφει μάγουλα και ξεγυμνώνει κώλους. / Ο ύπνος θρέφει τα μωρά κι ο ήλιος τα μοσχάρια. / Άξιος είναι στο φαΐ και γρήγορος στον ύπνο. / Δουλειά δεν είχε ο διάολος κι έδερνε τα παιδιά του.
ΑΜΑΡΤΙΕΣ
Θέλω ν’ αγιάσω κι ο διάβολος δεν μ’ αφήνει. / Παλιά αμαρτία, καινούργια ντροπή. / Αμαρτία εξομολογουμένη ουκ έστι αμαρτία. / Αν αρτυθείς να είν’ αρνί, αν κλέψεις ναν’ χρυσάφι κι αν αγαπήσεις και καμιά, να τη ζηλεύει η γειτονιά.
ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ
Χόρτασ’ η ψείρα και βγήκε στον γιακά. / Έκανε η μύγα κώλο κι έχεσε τον κόσμο όλο. / Έμαθε να βελονιάζει και γαμεί το μάστορή του. / Περήφανος καλόγερος, άδεια τα σακούλια του. / Το μυρμήγκι, σαν είναι να χαθεί, βγάζει φτερά. / Έλα παππού να σου δείξω τ’ αμπελοχώραφά σου. / Άλλη καμιά δε γέννησε, μόνο η Μαρία το Γιάννη. / Όποιος ψηλώνεται, πέφτει και σκοτώνεται. / Και το πουλί ψηλά πετάει, μα στη γη θα βρει να φάει. / Όσο είσαι, Γιάννη, φαίνου και λιγάκι παρακάτω. / Άβρακος έβαλε βρακί, σε κάθε πόρτα το έδειχνε. / Άμαθος βρακί εφόρει, κάθε πάτημα το θώρει. / Για δέστε με, γειτόνισσες, πλεμόνια τηγανίζω. / Ας με λενε Βοϊβοντίνα, κι ας ψοφώ απ’ την πείνα. / Τι του λείπει του ψωριάρη, φούντα με μαργαριτάρι.
ΒΛΑΚΕΙΑ
Όποιος δεν έχει μυαλό, έχει πόδια. / Άσκοπος ο νους, διπλός ο κόπος. / Σαράντα πέντε Γιάννηδες ενός κοκόρου γνώση. / Δεν μπορεί να μοιράσει δυο γαϊδουριών άχυρα. / Να ‘χαν οι κουρούνες γνώση, να μας δάνειζαν καμπόση. / Τα μυαλά σου και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος.
ΑΝΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Θύμωσε ο Αγάς κι έκοψε τ’ αρχ... του. / Έκανε τ’ άχυρα κομμάτια. / Όποιος πάει ανάγυρα, πάει σπίτι του. / Όπου λαλούν πολλοί κοκόροι, αργεί να ξημερώσει. / Στραβός στραβόν οδήγαγε κι ηύραν κι οι δυο το βράχο. / Της νύχτας τη δουλειά τη βλέπει η μέρα και γελά. / Τυφλός τυφλό οδήγαγε κι οι δυο στο λάκκο πέσαν. / Δεμένο σκυλί, πρόβατα δε φυλάει. / Φάγαμε το βόδι κι αφήσαμε την ουρά του. / Ή στραβός είν’ ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε. / Τον κώλο βάζει ο μάγειρας, σκατά θα μαγειρέψει / Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη. / Έκαψ’ την καλύβα του να μη τον τρων’ οι ψύλλοι. / Πάρε την κάργια οδηγό, να φας σκατό με το κιλό. / Κίνησε ο Οβριός για το παζάρι κι έτυχε να ‘ναι Σάββατο. / Με τις πορδές δε βάφονται αβγά. / Χρυσάφι πιάνει, χώμα γίνεται. / Με κουβαλητό νερό ο μύλος δε γυρίζει. / Κι εγώ κακό χερόβολο και συ κακό δεμάτι. / Σαράντα χρόνια μάστορας και μάστορα γυρεύω. / Κουτσός στον κάμπο έτρεχε να πιάσει καβαλάρη. / Από της μυλωνούς τον κώλο ορθογραφία γυρεύεις. / Αν βάζεις τον κώλο σου να σου κάνει δουλειά, σκατά δουλειά θα κάνει. / Τι έχουν τα έρμα και ψοφάνε; Με ήλιο τα μπάζουμε, με ήλιο τα βγάζουμε.
ΠΛΕΟΝΕΞΙΑ
Όποιος θέλει τα πολλά, χάνει και τα λίγα. / Κλαίν’ οι χήρες, κλαίν’ κι οι παντρεμένες. / Γλυκάθηκε η γριά στο μέλι, θα φάει και το κουβέλι. / Καλόμαθε η γριά στα σύκα και εμπαινόβγαινε κι εζήτα / Του παπά η κοιλιά είν’ αμπάρι, θέλει να φάει και να πάρει. / Αντί να τρίζει η άμαξα, τρίζει ο αμαξηλάτης. / Και την πίτα σωστή και το σκύλο χορτάτο. / Και γαλάτα και μαλάτα και θηλυκά τ’ αρνιά.
ΑΠΑΘΕΙΑ
Χέστηκε η φοράδα στ’ αλώνι. / Χέστηκε η Φατμέ στο Γενί τζαμί. / Ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται. / Σιγά μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου. / Τον ξεδιάντροπο φτύνανε κι έλεγε ψιχαλίζει. / Έπεσε η ζάχαρη στο μέλι και κάτι τρέχει. / Ας γυρίζει ο μύλος, κι ας τρώει ο χοίρος. / Δε φοβάται ο παστουρμάς τ’ αλάτι. / Άνεμος που δεν μποδίζει, άφησέ τον κι ας βουίζει. / Εκατό ξυλιές στον ξένο κώλο λίγες είναι. / Χέστηκε ο Πολύδωρος που ‘ναι στα πόδια γρήγορος. / Μακριά απ’ τον κώλο μου, κι ας είναι δέκα μέτρα. / Σιγά μη χάσει η Βενετιά βελόνι. / Από πίτα που δεν τρως, τι σε νοιάζει κι αν καεί. / Καθαρός ουρανός αστραπές δε φοβάται. / Ψωμί μη λείψει σπίτι μας και φούρνος να μη καπνίσει.
ΤΡΕΛΑ
Η τρέλα δεν πάει στα βουνά. / Τρελός παπάς σε βάφτισε / Τρελός ράφτης, μακριά κλωστή. / Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια.
ΚΑΚΙΑ
Κακό χωριό τα λίγα σπίτια. / Κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. / Το γινάτι βγάζει μάτι. / Στο καλάθι δεν χωρεί, στο κοφίνι περισσεύει. / Του κακού, κακό μην κάνεις, το δικό του τόνε φτάνει. / Ο κακός χρόνος περνάει, ο κακός γείτονας δεν περνάει.
ΦΘΟΝΟΣ
Το μάτι σπάει την πέτρα. / Να ‘ταν η ζήλια ψώρα, θα ξυνόταν όλη η χώρα. / Μία αλεπού κοψονούρα, όλες τις θέλει κοψονούρες. / Ν’ άκουγε ο Θεός τον κόρακα, όλοι οι γάιδαροι θα ψοφούσαν. / Μητ’ ο σκύλος τρώει τ’ άχυρο μήτε τον γάιδαρο αφήνει. / Άσπρο κώλο που ‘χει η νύφη, να ‘χαμε και μεις οι γύφτοι.
ΜΙΚΡΟΠΡΕΠΕΙΑ
Δώσε θάρρος στο χωριάτη, να σ’ ανέβει στο κρεβάτι. / Πάρ’ τον στο γάμο σου να σου πει και του χρόνου. / Το γύφτο κάναν βασιλιά κι αυτός γύρευε ρείκια. / Αν φτύσεις πάνω, φτύνεις τα μούτρα σου κι αν φτύσεις κάτω φτύνεις τα γένεια σου.
ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ
Να σε χέσω Γιάννη, να σ’ αλείψω μέλι να γιάνει. / Γάτος γαμάει και γάτος σκούζει. / Ο πρωτομυριστής και πρωτοκλαστής. / Στην γειτονιά τριαντάφυλλο και μες στο σπίτι αγκάθι. / Φωνάζει ο κλέφτης για να φοβηθεί ο νοικοκύρης. / Αντί να βογκάει ο γάιδαρος βογκάει ο καβαλάρης. / Δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις. / Ο κουφός και ο κλανιάρης πάνε δίπλα στα νταούλια. / Κλαίει η αλεπού που πήρε ο αετός την κλώσσα. / Ας πηδάμε κι ας γελάμε για να λεν πως δεν πεινάμε. / Θέλω ν’ αγιάσω κι ο διάβολος δεν μ’ αφήνει.
ΕΓΚΑΡΤΕΡΗΣΗ
Κάθε εμπόδιο για καλό. / Μαθημένα τα βουνά απ’ τα χιόνια. / Και τα καλά δεχούμενα, και τα κακά. / Όσα βρέχει ο Θεός, τόσα καταπίνει η γη. / Λαγόν εσφάζαν κι έκλανε, καλά που δεν έχεζε. / Χαρά σ’ εκείνο το κακό, που θα ‘ρθει μοναχό του. / Μαθημένο είν’ τ’ αρνί , να του παίρνουν το μαλλί.
ΑΠΑΞΙΩΣΗ
Παπάς εγίνεις Κώστα; Το ‘φερ’ η κατάρα. / Το ‘να παιδί καλό παιδί και τ’ άλλο γαμώ τη μάνα του. / Ο άδειος ο τενεκές κάνει το μεγαλύτερο θόρυβο. / Και κόκκορος εν λαχάνοις, και Σαούλ εν προφήταις. / Κολιός και κολιός από ένα βαρέλι. / Κουτσοί, στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα. / Απ’ όπου κι αν τον πιάσεις λερώνεσαι. / Βροντάν όλα τα σίδερα, βροντά κι η σακοράφα. / Σαν δεν ξέρεις να υφάνεις, τα μασούρια τι τα βάνεις. / Μιλάν’ όλοι, μιλάνε κι οι κώλοι. / Είδε η ψείρα αλώνι, περπατεί και καμαρώνει. / Εβγήκε και το τζίτζιφο και παριστάν’ το φρούτο. / Όποιος είν’ έξω απ’ το χορό, πολλά τραγούδια ξέρει. / Ο τεμπέλης κι ο φαγάς ή χωροφύλακας ή παπάς. / Άξιος είναι στο φαΐ και γρήγορος στον ύπνο. / Πλεύουν τα μήλα στο νερό, πλεύουν και οι καβαλίνες. / Αμ’ πότε σε ξεβράκωσα και δεν ήσουνα χεσμένος; / Καλώς τον άγιο του Θεού, τον παξιμαδοκλέφτη. / Από κακή κολοκυθιά, ούτε κολοκυθόσπορο. / Αυγό να πάρεις απ' αυτόν, δεν έχει κρόκο μέσα. / Η κουρούνα όπου κι αν πάει, τον κώλο της μαζί της τον κουβαλάει.
ΑΠΕΙΛΗ
Κι ο Άγιος φοβέρα θέλει. / Το σιγανό ποτάμι να φοβάσαι. / Το ποτάμι κοιμάται, ο οχτρός δεν κοιμάται. / Θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι. / Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά. / Βαστάτε Τούρκοι τ’ άρματα. / Καλομελέτα κι έρχεται. / Ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια. / Έβαλαν το λύκο να φυλάει τα πρόβατα. / Σαν σ’ αρέσει μπαρμπα-Λάμπρο, ξαναπέρνα από την Άνδρο. / Φυλάξου από άνθρωπο σπανό και μαλλιαρή γυναίκα. / Όταν ακούς την αρκούδα στου γείτονα την αυλή, καρτέρα τη και στη δική σου.
ΚΑΧΥΠΟΨΙΑ
Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός. / Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι; / Μασάει η κατσίκα ταραμά; / Όρκος του ρωμιού, πόρδος του γουρνιού. / Τούρκο φίλευε και κώλο φύλαγε. / Όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα και μικρό καλάθι.
ΑΝΑΓΚΗ
Όποιος μπαίνει στο χορό, χορεύει. / Ο καλός φίλος στην ανάγκη φαίνεται. / Ο πλάτανος θέλει νερό κι η λεύκα θέλει αέρα. / Διψάει η αυλή του για νερό κι αυτός αλλού ποτίζει.
ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ
Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. / Η γριά το μεσοχείμωνο θυμήθηκε πεπόνι. / Το φαΐ και το χέσιμο ώσπου ν’ αρχίσουν θέλει. / Αυτός που δε ζητά πολλά τα έχει όλα τα καλά. / Καλομελέτα κι έρχεται. / Ποιος στραβός δε θέλει το φως του. / Θέλω την κι ας είναι χήρα και φτωχή και κακομοίρα. / Άλλος θέλει τον παπά, άλλος την παπαδιά κι άλλος την παπαδοπούλα.
ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΛΥΣΕΙΣ
Ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς. / Το μοναστήρι να ‘ναι καλά, και από καλογήρους… / Έχει κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια. / Ή θα βρέξει ή θα χιονίσει ή καλό καιρό θα κάνει. / Το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι. / Κάλλιο χήρα κακομοίρα, παρά κακοπαντρεμένη. / Μάθε τέχνη κι άσ’ τηνε κι άμα πεινάσεις πιάσ’ τηνε. / Θέλεις θέρισε και δέσε, θέλεις δέσε και κουβάλα. / Όπου έχει δυο αγαπητικιές χαρά έχει μεγάλη, γιατί όταν μαλώνει με τη μια κινάει και πάει στην άλλη.
ΣΙΓΟΥΡΙΑ
Όποιος καεί με το χυλό, φυσάει και το γιαούρτι. / Μην αγοράζεις γουρούνι στο σακί. / Κάλλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε. / Κάλλιο ένα και στο χέρι, παρά χίλια και καρτέρει. / Πολλές φορές πάει η στάμνα στη βρύση, μα μια φορά θα σπάσει. / Τούρκο φίλευε και κώλο φύλαγε. / Χαρτιά γραμμένα, στόματα βουλωμένα. / Στο τέλος ξυρίζουν το γαμπρό. / Πούλαγε ακριβά και ζύγιαζε σωστά. / Τι δε σε νοιάζει μη ρωτάς, ποτέ κακό δεν έχεις. / Μη δεις ψηλό και φοβηθείς, κοντό κι αναθαρρέψεις. / Όποιο πρόβατο φεύγει απ’ το μαντρί το τρώει ο λύκος. / Όπου βλέπεις μάσα κάτσε κι όπου βλέπεις ξύλο τρέχα. / Κάνεις το χωριάτη φίλο; Κράτα και κομμάτι ξύλο. / Μήτε στο διάβολο κερί, μήτε στον Τούρκο κώλο. / Πάω αργά γιατί βιάζομαι. / Μήτε το διάολο να δεις, μήτε το σταυρό σου να κάνεις. / Αν δε λαλήσουν τα όργανα, κι αν δε σφαχτεί ο τράγος, απίστευτο μου φαίνεται να ‘ναι δικός μου ο γάμος.
ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ
Αλαργινός ο κήπος, δωριανά τα λάχανα. / Ψάρια στο γιαλό, τόσο τα πουλώ. / Μην τάξεις σ’ άγιο κερί και σε παιδί κουλούρι. / Τα βόδια τα δένουν απ’ τα κέρατα, τον άνθρωπο απ’ το λόγο του. / Όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα και μικρό καλάθι. / Του γιου σου τάξε ψέματα και του γαμπρού σου αλήθεια. / Αλλιώς μας τα ‘λεγες παπά, πριν σε χειροτονήσουν.
ΕΜΜΟΝΕΣ
Το γινάτι βγάζει μάτι. / Ένα το ‘χει η Μαριορή, το στεγνώνει το φορεί. / Όλα τα πουλιά πάν’ κι έρχονται κι ο σπουργίτης αναμένει. / Το λύκο τον κουρεύανε, πούθε παν’ τα πρόβατα. / Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου. / Κάθε πρώτη του μηνός, για δεσπότης, για φανός. / Άμα το ‘χει η κούτρα σου να κατεβάζει ψείρες… / Η γριά το μισοχείμωνο ξυλάγγουρο γυρεύει. / Γριάς το μεσοχείμωνο αγγούρι της θυμήθη. / Το γουδί το γουδοχέρι [και έναν κόπανο στο χέρι]. / Όλοι κλαίν’ τον πόνο τους κι ο μυλωνάς τ’ αυλάκι. / Οι βιολητζήδες άλλαξαν, μα ο χαβάς έμεινε ο ίδιος. / Ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του, ούτε τη γνώμη άλλαξε ούτε την κεφαλή του.
ΜΑΤΑΙΟΠΟΝΙΑ
Τον αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς. / Άρμεγε λαγούς και κούρευε χελώνες. / Στραβός βελόνι εγύρευε μέσα στην αχυρώνα. / Στου κουφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα. / Άδουλος, δουλειά δεν έχει, το βρακί του λύν’ και δένει. / Δεν κάνει ούτε στο σακί ούτε στο σακούλι. / Όποιος φτύνει κατά πάνω, φτύνει τα μούτρα του. / Ράβε-ξήλωνε, δουλειά να μη σου λείπει.
ΚΑΤΑΝΤΙΑ
Αφεντικά και δούλοι, το ίδιο γενήκαμε ούλοι. / Οι μούτσοι που πηδάγαμε γίναν καπεταναίοι. / Μάθαν πως γαμιόμαστε, πλακώσανε κι οι γύφτοι. / Έρμα μαντριά γιομάτα λύκους. / Εκεί που κρεμούσαν οι κλέφτες τ’ άρματα, κρεμούν οι γύφτοι τα νταούλια. / Τ’ αγγειά γινήκαν θυμιατά και τα σκατά λιβάνι. Οι βλάχοι γίναν δήμαρχοι κι οι γύφτοι καπετάνιοι.
ΦΤΩΧΕΙΑ
Όπου φτωχός κι η μοίρα του. / Η φτώχεια φέρνει γκρίνια. / Αργεί ο Θεός και σκάει ο φτωχός. / Τι είναι ο κάβουρας, τι είναι το ζουμί του. / Τον φτωχό και το χωριάτη ξένη έγνοια το γερνάει. / Του φτωχού το εύρημα, ή καρφί ή πέταλο. / Εμ φτωχό τ’ αρνί, εμ πλατειά η ουρά / Ψωμί δεν έχουμε, τυρί ζητάμε. / Η φτώχεια θέλει καλοπέραση. / Εδώ ψωμί δεν έχουμε, ραπανάκια για την όρεξη. / Κώλοι υπάρχουν, λεφτά δεν υπάρχουν. / Βρακί δεν έχει ο κώλος μας, γαρίφαλο στ’ αυτί μας. / Θα γυρίσει ο τροχός, θα χορτάσει κι ο φτωχός. / Έκανε το σκατό του παξιμάδι. / Του φτωχού τ’ αρνί κριάρι δε γίνεται. / Του φτωχού η κοιλία όταν γομούτε η ψωλίατ’ σκούτε. / Που γραψ’ ο Θεός ξεβράκωτο, ποτέ βρακί δε βάζει / Αγάλι - αγάλι τούμπανα, τι ‘ναι φτωχός ο γάμος. / Θέλεις το φτωχό να σκάσει; Πες του λίρες να σ' αλλάξει. / Έχει ο σάκος άλευρα; Χριστός Ανέστη. Δεν έχει; θάνατον πατήσας.
ΠΕΙΝΑ
Νηστικό αρκούδι δε χορεύει. / Ο νηστικός καρβέλια ονειρεύεται. / Ο πεινασμένος γάιδαρος, ξυλιές δε λογαριάζει. / Η πείνα κάστρα πολεμά και κάστρα παραδίνει. / Από το γάμο έρχομαι και μα την πείνα που ‘χω. / Νηστεύει ο δούλος του Θεού, γιατί δεν έχει να φάει. / Ο πονεμένος αποκοιμήθηκε, ο νηστικός όχι. / Ο χορτάτος τον πεινασμένο δεν τον πιστεύει. / Εμείς ψωμί δεν έχουμε κι η γάτα πίτα σέρνει. / Των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν. / Ας πηδάμε κι ας γελάμε για να λεν πως δεν πεινάμε.
ΠΑΡΟΙΜΙΑΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ

Οι παροιμιακές (ή παροιμιώδεις) φράσεις είναι ένα είδος φράσεων που δεν έχει να κάνει με γνωμικά, αν και συγγενεύει με τις παροιμίες ως προς το λαϊκό ή αλληγορικό τους χαρακτήρα.
Πρόκειται για σύντομες φράσεις που δεν αποτελούν «διατύπωση κρίσης», δεν τις χρησιμοποιούμε δηλαδή για να διατυπώσουμε μια άποψη, αλλά για να κάνουμε ένα χαρακτηρισμό. Πάντως τα όρια με τις Παροιμίες είναι μερικές φορές δυσδιάκριτα.
ΕΞΥΠΝΑΔΑ
Είναι γάτα με πέταλα. / Βουλωμένο γράμμα διαβάζει / Τα έχει τετρακόσια. / Έχει μυαλό ξουράφι. / Είναι σπίρτο καμινέτο / Έχει μάτια και στον κώλο. / Διαόλου κάλτσα
ΑΞΙΑ ΚΑΙ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ
Πιάνει πουλιά στον αέρα. / Κάνει παπάδες. / Γαμάει και δέρνει. / Αλλού πατάει κι αλλού βρίσκεται / Τον έβγαλε ασπροπρόσωπο. / Καλιγώνει ψύλλο / Και την πορδή σου δύναμη. / Βγάζει απ’ τη μύγα ξύγκι.
ΤΥΧΗ
Έχει άστρο... / Μάννα εξ ουρανού / Έβγαλε λαγό. / Με παπά κοιμήθηκε... / Έχει το κοκαλάκι της νυχτερίδας. / Αυτουνού γεννάνε και τα κοκόρια του / Μεγάλη κωλοφαρδία / Είσαι κωλόφαρδος
ΟΡΜΗΤΙΚΟΤΗΤΑ
Φόρα παρτίδα / Έμπαινε Γιούτσο / Είναι στην πρίζα / Ψυχή τε και σώματι / Στο άψε σβήσε. / Στο πίτς φυτίλι / Έπιασε τον ταύρο από τα κέρατα.
ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ
Βάλτε τώρα που γυρίζει! / Ό,τι πάρει η νύφη στην καβάλα. / Γιούρια στον ταβλά με τα κουλούρια. / Δώσε και μένα μπάρμπα!
ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ
Άλλου παπά ευαγγέλιο. / Έβγαλε τα κάστανα από τη φωτιά / Ποιος θα βγάλει το φίδι από την τρύπα / Δεν κατούρησα στο πηγάδι. / Πήρε το κρίμα στο λαιμό του.
ΛΟΓΙΚΗ
Τι κάνει νιάου-νιάου στα κεραμίδια; / Ο νοών νοείτω. / Τι σχέση έχει ο φάντης με το ρετσινόλαδο;
ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ
Έχει μπάρμπα στην Κορώνη. / Κάνει μνημόσυνο με ξένα κόλλυβα. / Είναι στα μέσα και στα έξω. / Έβαλε βύσμα / Per mare per terra / Κίνησε γη και ουρανό
ΚΟΣΤΟΣ ΚΑΙ ΤΙΜΗ
Κόστισε ο κούκος αηδόνι. / Ας πάει και το παλιάμπελο. / Ίσα βάρκα, ίσα νερά. / Πλήρωσε τα μαλλιά της κεφαλής του / Ποιος θα πληρώσει το μάρμαρο;
ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ
Λαμβάνει σάρκα και οστά / Εν τω άμα και το θάμα. / Διέβη τον Ρουβίκωνα. / Έφτασε μέχρι το κόκαλο. / Τα σταφύλια τρυγημένα και τα σκόρδα φυτεμένα
ΥΠΕΡΙΣΧΥΣΗ
Του ‘βαλε τα γυαλιά. / Πάτησε πόδι / Τον έκανε σκόνη / Τον έφαγε λάχανο / Πήρε τη μερίδα του λέοντος. / Τον κόλλησε στον τοίχο. / Τον τραβάει απ’ το καπίστρι. / Τον σέρνει από τη μύτη. / Είναι καβάλα στ’ άλογο. / Τους πήρε την ταυτότητα / Του πήρε τον αέρα. / Έσκισε τη γάτα / Τον έστυψε σαν λεμόνι / Τους πήρε τα σώβρακα / Τον ρίχνει στ’ αυτιά. / Του έβαλε τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι.
ΡΙΣΚΟ
Το πάει φιρί-φιρί.. / Επί ξυρού ακμής. / Έχω απλωμένο τραχανά. / Έβαλε το κεφάλι του στον ντορβά. / Βαδίζει σε τεντωμένο σχοινί / Ξέφραγο αμπέλι. / Δαμόκλειος σπάθη
ΣΙΓΟΥΡΙΑ
Κάθισε στα αβγά σου. / Μην πατάς σε σάπιο σανίδι. / Να δούμε πού θα κάτσει η μπίλια. / Να ‘χεις τα μάτια σου δεκατέσσερα. / Πάνε δυο-δυο, σαν τους Χιώτες. / Έδεσε το γάιδαρό του. / Φυλάει τον κώλο του. / Κρατάει πισινή / Ως κόρην οφθαλμού. / Οπως με βλέπεις και σε βλέπω. / Και με τον χωροφύλαξ και με τον αστφύλαξ
ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ
Με παπά και με κουμπάρο / Τύπος και υπογραμμός
ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ
Όλα μέλι-γάλα / Ζωή και κότα! / Πλέει σε πελάγη ευτυχίας / Πασάς στα Γιάννενα / Του ήρθε κουτί. / Χαράς ευαγγέλια. / Ο μήνας που τρέφει τους έντεκα. / Και ούτε γάτα ούτε ζημιά. / Στάζει μέλι το στόμα του. / Μην το πεις ούτε του παπά. / Τον υποδέχτηκαν μετά βαΐων και κλάδων. / Τον υποδέχτηκαν μετά φανών και λαμπάδων. / Εν χορδαίς και οργάνοις. / Απ’ το στόμα σου και στου Θεού τ’ αυτί. / Την έχω βρει
ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ
Προκρούστειος κλίνη
Όπου γης και πατρίς. / Βρήκε το σφυγμό του. / Πετάει ο γάιδαρος; Πετάει!
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ
Έχω χτικιάσει / Έχω φτύσει αίμα / Αχίλλειος πτέρνα / Γόρδιος δεσμός / Αβρόχοις ποσίν. / Καινά δαιμόνια. / Έπεσε στο λάκκο των λεόντων / Έπεσε στο λάκκο με τα κωλοδάκτυλα. / Βρέθηκε στο λάκκο με τα φίδια. / Τα κομβία της Αλέξαινας. / Από τον Άννα στον Καϊάφα. / Τη μία Πάσχα και την άλλη χάσκα. / Είμαστε να μας κλαίν’ οι ρέγκες / Θα πει το δεσπότη Παναγιώτη. / Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. / Τραβάει του λιναριού τα πάθη. / Μεταξύ σφύρας και άκμονος. / Από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη. / Την κάναμε από κούπες. / Δεν είδε άσπρη μέρα / Δια πυρός και σιδήρου / Του ‘κανε τη ζωή ποδήλατο / Έπαθε μεγάλο χουνέρι. / Φωτιά στα μπατζάκια μας / Δεν είναι παίξε-γέλασε / Έχει περάσει από σαράντα κύματα. / Άνοιξε ο ασκός του Αιόλου / Παθός και μαθός / Μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας / Κλάφτα, Χαράλαμπε. / Περίοδος ισχνών αγελάδων. / Πήρε το βάπτισμα του πυρός / Έσπασε ο διάολος το ποδάρι του. / Χεστήκαμε κι η βάρκα γέρνει. / Έβαλε ο διάολος την ουρά του. / Το κερασάκι στην τούρτα.
ΆΓΝΟΙΑ
Δε μύρισα τα νύχια μου. / Ψαρεύει σε θολά νερά. / Του φαίνονται Κινέζικα. / Κούνια που σε κούναγε… / Δεν είδε παπά κώλο. / Δεν καταλαβαίνω γρυ. / Πάμε στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα.
ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ
Δεν ιδρώνει το αυτί του. / Κάτι τρέχει στα γύφτικα. / Τα γράφει στα παλιά του τα παπούτσια. / Θα μας κάνει τα τρία δύο / Δεν θα χαλάσω τη ζαχαρένια μου. / Σκασίλα μου και σκορδοκαΐλα μου. / Τα γράφει εκεί που δεν πιάνει μελάνι. / Θα βάλω τη γάτα μου να κλαίει / Δε μου κάνει ούτε κρύο ούτε ζέστη. / Aπ’ το ένα αυτί μπαίνει και απ’ τ’ άλλο βγαίνει. / Μας έχει γειώσει / Κι ο μήνας έχει εννιά. / Άσ’ τον να κουρεύεται. / Σιγά τον πολυέλαιο. / Ό,τι βρέξει ας κατεβάσει. / Δεν τρέχει κάστανο. / Μπαινάκης-Βγαινάκης. / Δεν του καίγεται καρφί. / Έβαλε το καπελάκι του στραβά. / Μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει.
ΆΡΝΗΣΗ
Να μένει το βύσσινο. / Θα πάρει τον τρίτο τον μακρύτερο / Θα πάρει τα τέτοια μου. / Έχει μουλαρώσει. / Έφτασε ο κόμπος στο χτένι. / Τον πέταξε σαν την τρίχα απ’ το ζυμάρι. / Κολοκύθια με τη ρίγανη! / Κάνω το δικηγόρο του διαβόλου / Ως εδώ και μη παρέκει
ΕΜΜΟΝΕΣ
Αυτός το χαβά του. / Αυτός το βιολί του. / Το ‘χει βάλει αμέτι μουχαμέτι / Το γουδί το γουδοχέρι.
ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ
Τον δουλεύει ψιλό γαζί. / Τον πήραν στο ψιλό. / Σπάνε πλάκα. / Πήγαινε στη γωνία να δεις αν έρχομαι.
ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ
Καβάλησε το καλάμι. / Πουλάει μούρη / Καμαρώνει σα γύφτικο σκεπάρνι. / Είναι μεγάλο ψώνιο. / Έπιασε τον παπά απ’ τ’ αρχ… / Σήκωσε [το δικό του] μπαϊράκι / Πήρε ψηλά τον αμανέ.
ΤΡΕΛΑ
Τράβα κορδέλα. / Την έχει ψωνίσει / Έχει σαλτάρει. / Του ‘στριψε η βίδα. / Τρελός παπάς σε βάφτισε.
ΚΑΧΥΠΟΨΙΑ
Μου μπήκαν ψύλλοι στ’ αφτιά / Τον έζωσαν τα φίδια / Εγώ αυτά τ’ ακούω βερεσέ / Τον βλέπει με μισό μάτι / Κάποιο λάκκο έχει η φάβα / Καλό το παραμύθι σου, αλλά δεν έχει δράκο.
ΝΤΡΟΠΗ
Έχουμε γίνει ρόμπες / Κατάπιε τη γλώσσα του / Ν’ άνοιγε η γη να με καταπιεί. / Γίναμε ρεζίλι των σκυλιών. / Έβαλε την ουρά κάτω από τα σκέλια.
ΘΥΜΟΣ
Άστραψε και βρόντηξε. / Εν βρασμώ ψυχής / Έγινε Τούρκος. / Κατεβάζει καντήλια / Έγινε πυρ και μανία / Τα έχει πάρει στο κρανίο / Πήρε ανάποδες / Την έχει κάνει λαχείο / Βγήκε απ’ τα ρούχα του. / Πνέει τα μένεα. / Το φυσάει και δεν κρυώνει. / Ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε.
ΕΝΟΧΛΗΣΗ
Του ‘ψησε το ψάρι στα χείλη. / Έγινε τσάμικος ταμπάκος. / Έχω καραφλιάσει / Μου την έχει σπάσει. / Τα έχει παίξει / Μου έπρηξε το συκώτι / Μου κάθισε στο σβέρκο. / Μας έχει ζαλίσει τον έρωτα
ΦΥΓΗ
Έγινε καπνός / Έκοψε λάσπη / Ώχετο απιών. / Έκοψε ρόδα μυρωμένα / Άνοιξε η γη και τον κατάπιε. / Και μην τον είδατε τον Παναγή. / Έριξε μαύρη πέτρα πίσω του. / Του έδωσε τα παπούτσια στο χέρι. / Ώρα καλή στην πρύμνη σου κι αγέρα στα πανιά σου. / Έγινε μπουχός / Έγινε Λούης
ΕΞΑΠΑΤΗΣΗ
Τάτσι-Μήτσι-Κώτσι / Τα κάνανε πλακάκια / Του ‘ταξε λαγούς με πετραχήλια. / Μας πιάσανε τον κώλο.
ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ
Σφάζει με το βαμβάκι. / Είναι μεγάλη σουπιά. / Κάνει την πάπια. / Κάνει τον ψόφιο κοριό. / Εκών άκων / Είναι σιγανοπαπαδιά / Ρίχνει άδεια να πιάσει γεμάτα. / Κάνει τη λευκή περιστερά. / Κάνει τον Κινέζο. / Μια στο καρφί και μια στο πέταλο. / Παίζει σε διπλό ταμπλό. / Τραβάτε με κι ας κλαίω.
ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ
Έμεινε στα κρύα του λουτρού. / Του ‘κανε την καρδιά περιβόλι / Αντί του μάννα, χολήν / Χέσε ψηλά κι αγνάντευε / Βράσε ρύζι. / Χέσε μέσα / Άνθρακες ο θησαυρός. / Φεσωθήκαμε / Χαιρέτα μου τον πλάτανο. / Καλά κρασιά! / Έπαθα την πλάκα μου / Πολύ κακό για το τίποτα. / Φέξε μου και γλίστρησα
ΑΝΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Τα έκανε ρόιδο. / Από κει παν κι οι άλλοι. / Τα ‘χουμε κάνει μαντάρα / Τα κάναμε μούσκεμα / Πιάσ’ τ’ αυγό και κούρεψ’ το. / Κλότσησε την καρδάρα με το γάλα. / Έχασε τ’ αυγά και τα καλάθια [/πασχάλια]. / Το γαμήσανε και ψόφησε. / Την κάτσαμε τη βάρκα / Έκανε μια τρύπα στο νερό / Τρέχα γύρευε και Νικολό καρτέρει. / Τα έκανε θάλασσα / Πνίγεται σε μια κουταλιά νερό
ΜΑΤΑΙΟΠΟΝΙΑ
Πίθος των Δαναΐδων / Ψάχνει ψύλλους στ’ άχυρα / Ψάχνει γωνίες σε δεκάρικα / Προσπαθεί να τετραγωνίσει τον κύκλο.
ΑΔΡΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΜΠΕΛΙΑ
Λούφα και παραλλαγή / Έχει απλώσει την αρίδα του / Ψειρίζει τη μαϊμού / Κωλοβαράει / Τα φόρτωσε στον κόκορα.
ΒΛΑΚΕΙΑ
Χαίρε βάθος αμέτρητον. / Άρες μάρες κουκουνάρες. / Ό,τι θυμάται χαίρεται. / Είναι λίγο "είναι τα ζώα μου αργά" / Δεν του κόβει. / Η μαλακία πάει σύννεφο / Δεν ξέρει πού παν τα τέσσερα.
ΑΠΑΞΙΩΣΗ
Ποιος τον χέζει…/ Τον έχει χεσμένο / Αέρας κοπανιστός / Δεν πα να ‘σαι και η Μάγια Μελάγια / Τον έφτυσε στο στόμα. / Δεν μου γεμίζει το μάτι. / Κλάνει ο πεθαμένος; / Δεν έχει το Θεό του. / Του ιδίου φυράματος / Τζάμπα μάγκας. / Ψώνισε από σβέρκο. / Θα μας κλάσεις τ’ αρχ.... / Μεγάλο φέσι/φόλα/πίπα (για ταινία κυρίως) / Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. / Βόιδι πήγε, γελάδα γύρισε. / Ο έτερος Καππαδόκης / Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. / Του κώλου τα εννιάμερα. / Έχει λερωμένη τη φωλιά του. / …και πράσινα άλογα / Το κάνει [το ξέρει] κι η κουτσή Μαρία / Παλικάρι της φακής. / Κάθε καρυδιάς καρύδι / Βίος και πολιτεία. / Σπουδαία τα λάχανα! / Σαν τη μύγα μες στο γάλα. / Παρ’ τον έναν και χτύπα τον άλλον. / Να ξεχωρίσουμε την ήρα από το σιτάρι. / Σιγά τ’ αυγά / Είναι του γλυκού νερού. / Παιδί για υιοθεσία / Εξώλης και προώλης
ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ
Βαρύς κι ασήκωτος / Σκληρό καρύδι / Βαρύ πεπόνι / Κέρατο βερνικωμένο. / Μη μου άπτου / Δε χαρίζει κάστανα. / Το φύλαξε μανιάτικο. / Δε σηκώνει μύγα στο σπαθί του. / Έχει απλωμένο το ζωνάρι του για καβγά.
ΑΧΡΕΙΟΤΗΤΑ
Η σάρα, η μάρα και το κακό συναπάντημα. / Δεν δίνει στον Άγιο του κερί / Ήρθαν τα άγρια να διώξουν τα ήμερα. / Καθάρισε τον κόπρο του Αυγείου / Του σκοινιού και του παλουκιού. / Τι ψυχή θα παραδώσεις; / Βρόμα και δυσωδία.
ΑΠΕΙΛΕΣ
Του ‘βαλε το μαχαίρι στο λαιμό. / Τα θέλει και σένα ο κωλαράκος σου. / Σε τρώει ο κώλος σου. / Έχω πολλά ράμματα για τη γούνα σου. / Ακονίζουν τα μαχαίρια. / Θα σου μάθω πόσα απίδια βάνει ο σάκος. / Μυρίζει μπαρούτι. / Είδε το χάρο με τα μάτια του. / Ούτε ψύλλος στον κόρφο του. / Θα τον πάρει και θα τον σηκώσει. / Τώρα θα μάθεις πώς το τρίβουν το πιπέρι.
ΒΙΑ
Τον έκανε του αλατιού / Ήρξατο χειρών αδίκων. / Την έφαγε στο Δόξα Πατρί. / Είδε τον ουρανό σφοντύλι. / Πού σε πονεί και πού σε σφάζει. / Είδε το Χριστό φαντάρο.
ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ
Το μήλον της έριδος / Έγιναν μαλλιά κουβάρια / Τον πέρασε γενεές δεκατέσσερις. / Του έσουρε τα εξ αμάξης. / Κατέβηκε στο πεζοδρόμιο / Τον έκανε τελατίνι. / Τον κακό σου τον φλάρο. / Του ‘ψαλε τον εξάψαλμο. / Θα τον χορέψω στο ταψί. / Του έβαλε πόστα. / Θα φάμε τα μουστάκια μας. / Δεν τον αφήνει σε χλωρό κλαρί. / Τον πάει καλαμποκάνι. / Ως πρόβατον επί σφαγήν. / Ξύνει τα νύχια του για καβγά. / Του άλλαξε τα φώτα / Μαλώνουνε σαν τις κακές συννυφάδες. / Γίνανε από δυο χωριά χωριάτες. / Εξ οικείων τα βέλη.
ΑΝΑΣΤΑΤΩΣΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΥΣΗ
Τρεις λαλούν και δυο χορεύουν. / Της πουτάνας το κάγκελο. / Έγινε του Κουτρούλη ο γάμος. / Μπλέξαμε τα μπούτια μας / Τρία πουλάκια κάθονταν. / Ανακατωμένος ο ερχόμενος. / Άρτζι μπούρτζι και λουλάς. / Ανάστα ο Κύριος… / Όποιος πρόλαβε τον Κύριο είδε. / Χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα.
ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
Στάχτη και πούλβερη. / Κρανίου τόπος / Τα έκανε γης Μαδιάμ. / Ζήτω που καήκαμε! / Τα έκανε γυαλιά καρφιά / Το κουτί της Πανδώρας / Έγινε η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου
ΦΤΩΧΕΙΑ
Χρωστάει της Μιχαλούς. / Βρομάει το χνώτο του απ’ την πείνα. / Κρυώνει σαν γύφτος. / Έμεινε στους πέντε δρόμους. / Ζει με το φακόσπυρο. / Επί ξύλου κρεμάμενος. / Κουκιά μετρημένα. / Δεν υπάρχει σάλιο. / Έμεινε στην ψάθα. / Ταπί και ψύχραιμος. / Είμαι πανί με πανί
ΜΟΝΑΞΙΑ
Τρεις κι ο κούκος. / Έμεινε στο ράφι. / Έμεινε μπουκάλα. / Εξορία του Αδάμ.
ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ
Ες αύριον τα σπουδαία. / Σαν το γιοφύρι της Άρτας / Έμεινε εκτός νυμφώνος / Ήμουνα νιός και γέρασα. / Περσινά, ξινά σταφύλια. / Του αγίου ποτέ / Αρμένικη βίζιτα. / Το παρέπεμψε στις ελληνικές καλένδες
ΤΕΛΟΣ
…και έξω απ’ την πόρτα / Κύκνειο άσμα / Τα ‘χει φάει τα ψωμιά του. / Τέρμα τα δίφραγκα / Μαζεύει υπογραφές… / Χάσκει ο κώλος να βγει η ψυχή του.
ΘΑΝΑΤΟΣ
Το είπε το ποίημα / Τα τίναξε (τα πέταλα) / Βλέπει τα ραδίκια ανάποδα / Πήγε σαν το σκυλί στ’ αμπέλι. / Να σου πεί ο παπάς στ’ αυτί [κι ο διάκος στο κεφάλι]
ΧΡΟΝΟΣ
Κάθε πέρυσι και καλύτερα. / Κοντός ψαλμός αλληλούια. / Όποιος πρόλαβε τον Κύριον είδε.
ΈΡΩΤΑΣ
Πονάει το δοντάκι. / Έχει δαγκώσει τη λαμαρίνα.
ΣΕΞ
Την κουνάει την αχλαδιά. / Το πάει το γράμμα / Το πνίγει το κουνέλι / Βγάζουν τα μάτια τους.
ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ
Τον πάω πολύ / Δεν τον πάω καθόλου / Τον έχει μη στάξει και μη βρέξει. / Είναι κώλος και βρακί / Φάγαμε ψωμί κι αλάτι μαζί. / Πίνει νερό στ’ όνομά του. / Πάνε φούστα-μπλούζα
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Τα έλεγε με χέρια και με πόδια / Συνεννόηση μπουζούκι. / Περί ανέμων και υδάτων / Τείνω ευήκοον ους. / Βιζαβί κι απεναντίας. / Είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος
ΛΟΓΙΑ
Πάει το στόμα της ροδάνι. / [Δεν] Μασάει τα λόγια του. / Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε. / Πες τα Χρυσόστομε! / Είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος / Περί ανέμων και υδάτων / Έχει μακρυά γλώσσα. / Ήπιε το αμίλητο νερό. / Λέει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη. / Έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα και πασαλιμανιώτικα.
ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ
Να το πάρει το ποτάμι. / Όνομα και μη χωριό. / Τα κουκουλώνει σαν τη γάτα. / Ράδιο Αρβύλα. / Έβγαλε τ’ άπλυτα στη φόρα / Το έκανε βούκινο. / Με το νι και με το σίγμα / Τα είπε χαρτί και καλαμάρι.
ΥΠΟΤΕΛΕΙΑ & ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ
Του κάνει τεμενάδες. / Τον έκανε Άγιο. / Χαλί να με πατήσει / Φίλησε κατουρημένες ποδιές.
ΕΚΠΛΗΞΗ
Παρουσιάστηκε σαν το Φάντη μπαστούνι. / Κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε. / Έπεσε από τα σύννεφα / Μας κούφανες / Κουφάθηκα / Έμεινε στήλη άλατος / Άνευ αποχρώντος λόγου. / Βρε, σαν τα χιόνια...
ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΜΟΣ
Τον έπιασε στα πράσα. / Στα καλά καθούμενα / Του ήρθε ταμπλάς. / Του ήρθε κεραμίδα. / Πιάστηκε σαν τον ποντικό στη φάκα.
ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ
Νερό κι αλάτι. / Δώσε τόπο στην οργή.
ΓΕΛΙΟ
Αυγά σου καθαρίζουν; / Έπεσε το γέλιο της αρκούδας / Γέλασε ο κάθε πικραμένος / Γέλασε και το παρδαλό κατσίκι / Το γέλιο του βγήκε ξινό.
ΝΕΟΤΗΤΑ
Εξ απαλών ονύχων. / Ακόμα δεν βγήκε απ’ τ’ αυγό… / Είναι στα ντουζένια του / Ακόμα το στόμα του γάλα μυρίζει. / Ακόμα δεν ξέρει από πού κατουράει η κότα.
ΌΨΗ ΚΑΙ ΕΜΦΑΝΙΣΗ
Μπουκιά και συχώριο / Και το κουκούτσι αμύγδαλο. / Πετσί και κόκαλο / Είναι στην τρίχα / Μοιάζουν σα δυο σταγόνες νερό. / Φοράει την Άρτα με τα Γιάννενα. / Θεωρία επισκόπου και καρδία μυλωνά. / Είναι φτυστός ο… / Χέρι κάτασπρο κι αφράτο και ποδάρι αμυγδαλάτο.
ΎΠΝΟΣ
Μ’ αυτό το πλευρό να κοιμάσαι… / Αυτός κοιμάται κι η τύχη του δουλεύει / Γαρίδα το μάτι του. / Εις τας αγκάλας του Μορφέως
ΦΑΪ
Την έκανα ταράτσα. / Να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει / Και του πουλιού το γάλα / Έφαγε το καταπέτασμα. / Έφαγε τον περίδρομο. / Πεινάει σα λύκος. / Θα πούμε το ψωμί ψωμάκι. / Να γλείφεις τα δάχτυλά σου. / Έφαγε τον αγλέουρα.
ΑΛΚΟΟΛ
Στουπί στο μεθύσι / Έγινε φέσι / Έγινε πίτα
ΥΠΕΡΒΟΛΕΣ
Άνω ποταμών / Για ψύλλου πήδημα / Τότε που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα. / Φοράει την Άρτα με τα Γιάννενα / Κάνει την τρίχα τριχιά. / ...τρέχει από τα μπατζάκια του
ΦΟΒΟΣ
Τα έκανε πάνω του. / Τον πήγε τρίτη και τετάρτη. / Τον έπιασε τεταρταίος πυρετός. / Το φοβάται όπως ο διάολος το λιβάνι. / Έκανε τουμπεκί (ψιλοκομμένο.) / Έχει κλάσει μαλλί. / Μούγγα στη στρούγκα. / Φοβάται και τη σκιά του. / Φτύσ’ τον κόρφο σου. / Κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα. / Για να σφίξουν οι κώλοι.
ΔΙΑΦΟΡΑ

Μεροδούλι μεροφάι. / Δεν έπεφτε καρφίτσα. / Βγήκε στο κλαρί / Kορόμηλο το δάκρυ / Όσο πατάει η γάτα. / Κόβει καρφιά (καρφοπέταλα] / Πάει ανάποδα, σαν τον κάβουρα. / Οι παροικούντες εν Ιερουσαλήμ.
via ekdosi.com

 
ΑΝ ΔΕΝ ΣΕ ΣΤΗΡΙΞΟΥΝ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΑΖΙ ΣΟΥ... ΘΑ ΑΠΟΤΥΧΕΙΣ...
Το kikiri-KOU είναι μια μή κερδοσκοπική σελίδα και παρέχει δωρεάν υπηρεσίες ψυχαγωγίας και επικοινωνίας στους επισκέπτες του. Τα έξοδα συντήρησης καλύπτονται από χορηγίες - δωρεές των επισκεπτών. Η οποιαδήποτε εισφορά έχει αποκλειστικά υποστηρικτικό και συμβολικό χαρακτήρα και δεν συνεπάγεται με κανέναν τρόπο απόκτηση ή διεκδίκηση ξεχωριστών προνομίων. Οι Εισφορές μπορούν να γίνονται μία ή περισσότερες φορές σε χρονικά διαστήματα. Το Online σύστημα που έχει επιλεγεί είναι το PAYPAL το οποίο θεωρείται το πιο ασφαλές και αξιόπιστο σύστημα online συναλλαγών παγκοσμίως.
All rights reserved by 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...